Τα συνεχή περιστατικά βίας και εκφοβισμού στα σχολεία, με πρωταγωνιστές συχνά ανήλικους μαθητές, αναδεικνύουν με όλο και πιο πιεστικό τρόπο ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Το ζητούμενο πλέον είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού και πολυεπίπεδου πλαισίου υποστήριξης της σχολικής κοινότητας, με τη συμμετοχή θεσμών, εκπαιδευτικών, γονέων και ειδικών ψυχικής υγείας.
Σε αυτή τη συζήτηση, η παρουσία σχολικών ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών αποκτά κεντρική σημασία. Όχι ως συμπληρωματική παροχή, αλλά ως βασικός κρίκος μιας οργανωμένης πολιτικής πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης.
Οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, έχουν ήδη επισημάνει με πρόσφατες ανακοινώσεις τους την ανάγκη τα σχολεία να ενισχυθούν με μόνιμη και σταθερή παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών από την αρχή κάθε σχολικής χρονιάς, ώστε να υπάρχει ουσιαστική στήριξη τόσο για τους μαθητές όσο και για τους εκπαιδευτικούς.
Η ενίσχυση υπάρχει, αλλά οι ανάγκες παραμένουν μεγάλες
Η αύξηση του αριθμού των ψυχολόγων στα σχολεία αποτελεί τμήμα της Εθνικής Στρατηγικής για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων, ενώ από το 2020 και μετά η στελέχωση των σχολικών μονάδων με αυτές τις ειδικότητες έχει τεθεί στις προτεραιότητες του υπουργείου Παιδείας.
Τα στοιχεία δείχνουν μια σαφή ενίσχυση. Την περίοδο 2022-2025 έγιναν 631 μόνιμες προσλήψεις ψυχολόγων, εκ των οποίων οι 326 το 2025. Αν σε αυτούς προστεθούν και οι αναπληρωτές που τοποθετήθηκαν κατά τη σχολική χρονιά 2025-26, τότε σήμερα υπηρετούν συνολικά 1.977 ψυχολόγοι σε νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια.
Πρόκειται ασφαλώς για μια σημαντική αύξηση, η οποία όμως δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα. Όπως επισημαίνεται, η σημερινή αναλογία είναι περίπου 1 ψυχολόγος προς 5 σχολικές μονάδες, κάτι που από μόνο του δείχνει ότι η παρουσία τους, αν και αναγκαία, παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες.
Η Μαρία Κουλιανού, Σύμβουλος Ψυχολόγων του ΙΕΠ και εκπαιδευτική ψυχολόγος, εξηγεί ότι ο σχολικός ψυχολόγος έχει κατ’ αρχάς παιδαγωγικό ρόλο. Βασική του αποστολή είναι η πλαισίωση της επικοινωνίας με μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, με σεβασμό πάντα στο απόρρητο και στους κανόνες δεοντολογίας. Παράλληλα, συνεργάζεται διεπιστημονικά με το σύνολο του σχολείου και συμμετέχει στην υποστηρικτική διαχείριση των δυσκολιών που εμφανίζουν τα παιδιά.
Όταν υπάρξει σχετικό αίτημα από τον διευθυντή και τον σύλλογο διδασκόντων, η παρέμβαση του ψυχολόγου κινείται σε τρεις χρόνους. Πρώτον, στη διερεύνηση του ψυχολογικού, παιδαγωγικού και εκπαιδευτικού προφίλ του παιδιού, ώστε να γίνεται έγκαιρη ανίχνευση δυσκολιών. Δεύτερον, στη δημιουργία ενός υποστηρικτικού πλαισίου μαζί με τον εκπαιδευτικό του τμήματος ένταξης, μέσω εξατομικευμένου προγράμματος. Και τρίτον, στη στήριξη της οικογένειας, ώστε να μπορεί να πλαισιώσει σωστά το παιδί όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και στην υπόλοιπη καθημερινότητά του.
Η παρουσία ψυχολόγου είναι αναγκαία, αλλά όχι από μόνη της αρκετή
Παρά τη σημασία αυτής της παρουσίας, οι ειδικοί είναι σαφείς: η ύπαρξη ψυχολόγου στο σχολείο δεν αρκεί από μόνη της για να αναχαιτίσει το φαινόμενο της σχολικής βίας. Όπως τονίζει η κ. Κουλιανού, «δεν αρκεί ένας ψυχολόγος σε ένα σχολείο για μία ημέρα την εβδομάδα».
Η ίδια επισημαίνει ότι η παρουσία του ψυχολόγου είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι πάντα επαρκής, γιατί η σχολική βία αποτελεί κομμάτι ενός ευρύτερου κοινωνικού φαινομένου. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν γεννιέται ούτε εξαντλείται αποκλειστικά μέσα στη σχολική αίθουσα. Συνδέεται με την οικογένεια, την κοινότητα, τις κοινωνικές εντάσεις, τα πρότυπα συμπεριφοράς και το γενικότερο συναισθηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί.
Γι’ αυτό και η αποτελεσματικότητα του ψυχολόγου εξαρτάται από το κατά πόσο υπάρχει συνεχής παρουσία, έγκαιρη ενημέρωση από τον σύλλογο διδασκόντων και συστηματική επικοινωνία με τους γονείς. Μόνο έτσι μπορεί να αναπτυχθεί μια νέα δυναμική πρόληψης και διαχείρισης.
Σημαντική εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση θεωρείται και η αύξηση κατά 600 των σχολείων που εντάχθηκαν σε δίκτυο συνεργασιών. Πρόκειται για όμορες σχολικές μονάδες όπου δεν έχει τοποθετηθεί ψυχολόγος, αλλά μπορούν, ύστερα από αίτηση στο αρμόδιο ΚΕΔΑΣΥ, να υποστηριχθούν από ψυχολόγο γειτονικού σχολείου.
Η Εθνική Στρατηγική προτείνει πιο βαθιές αλλαγές
Η Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025-2030 περιλαμβάνει συνολικά 29 πολιτικές και 69 μέτρα, προτείνοντας μια ολιστική αντιεγκληματική πολιτική με έμφαση στην πρόληψη.
Η Βασιλική Αρτινοπούλου, καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο και πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής που εκπόνησε τη Στρατηγική, εξηγεί ότι ολιστική προσέγγιση σημαίνει πως η σχολική βία δεν αντιμετωπίζεται αποκομμένα από τη βία που μπορεί να υπάρχει στην οικογένεια ή στην κοινότητα. Η λογική αυτή αλλάζει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο οφείλει να κινηθεί το κράτος.
Ειδικά για την ενδοσχολική βία, προτείνεται η πλήρης κάλυψη όλων των σχολικών μονάδων με σχολικό ψυχολόγο και η σταδιακή βελτίωση της αναλογίας από 1 προς 5, που ισχύει σήμερα, σε 1 προς 3 και μακροπρόθεσμα σε 1 προς 2 σχολεία.
Παράλληλα, προτείνονται και νέες πολιτικές με έντονο προληπτικό χαρακτήρα:
η υποχρεωτική εκπαίδευση των μαθητών στην ειρηνική επίλυση συγκρούσεων και στη διαμεσολάβηση, αλλά και η καθιέρωση υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας στο σχολείο για μαθητές που εκφοβίζουν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην ενίσχυση των εκπαιδευτικών, μέσω του πιο ενεργού ρόλου των αρμόδιων συμβούλων εκπαίδευσης, με πρόταση για υποχρεωτική παρουσία τους στα σχολεία τρεις φορές την εβδομάδα.
Στο ίδιο πνεύμα, η Στρατηγική δίνει μεγάλη έμφαση στη συνεργασία σχολείου, οικογένειας και κοινότητας. Προτείνεται μάλιστα η καθιέρωση υποχρεωτικής ενδοσχολικής συνεκπαίδευσης εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων κάθε 11 Δεκεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού, με νομοθετική πρόβλεψη ώστε οι γονείς να έχουν δικαιολογημένη άδεια από την εργασία τους. Προβλέπεται επίσης η υποχρεωτική διασύνδεση τουλάχιστον δύο όμορων σχολείων για κοινές δράσεις.
Από τη στενή ακαδημαϊκή λογική στη συναισθηματική ευεξία
Η συζήτηση, όμως, δεν σταματά στη στελέχωση και στα μέτρα. Αγγίζει και την ίδια τη φιλοσοφία του σχολείου. Η σχολική ψυχολόγος Ελίνα Κατσαδούρη τονίζει ότι οι υπάρχοντες οδηγοί στο ελληνικό πλαίσιο παρέχουν οδηγίες για τον ρόλο του σχολικού ψυχολόγου, αλλά συχνά δεν αποτυπώνουν επαρκώς τη σημασία της διασύνδεσης ανάμεσα στις διάφορες υπηρεσίες που υποστηρίζουν τον μαθητή.
Όπως επισημαίνει, σε αντίστοιχους οδηγούς της Αυστραλίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη συνολική ψυχική ευεξία και στη συναισθηματική ισορροπία των μαθητών, και όχι αποκλειστικά στην ακαδημαϊκή τους επίδοση. Παράλληλα, εκεί περιγράφονται με πιο σαφή τρόπο οι διαδικασίες με τις οποίες ένα συμβουλευτικό αίτημα που ξεκινά από το σχολείο μπορεί να συνδεθεί με άλλες υπηρεσίες και ειδικότητες, μέσω ενός πιο άμεσου κρατικού συντονισμού.
Την ίδια ανάγκη επιβεβαιώνει και η κ. Κουλιανού, τονίζοντας ότι ο στόχος της πολιτικής πρόληψης πρέπει να είναι ένας οδηγός σπουδών όχι μόνο γνωστικά προσανατολισμένος, αλλά προσανατολισμένος και στην καλλιέργεια αξιών, στη συνεργασία, στην επαφή με τη φύση, στον πολιτισμό, στην άθληση, στις εμπειρίες εντός και εκτός σχολείου.
Με άλλα λόγια, το σχολείο δεν μπορεί να συνεχίσει να μετρά την επιτυχία μόνο με όρους βαθμών και επιδόσεων. Οφείλει να επενδύσει ουσιαστικά στη συναισθηματική ανάπτυξη, στη σχέση του παιδιού με τον άλλον και στην ικανότητά του να λύνει συγκρούσεις χωρίς βία.
Το τελικό μήνυμα είναι σαφές: η αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας δεν θα κριθεί από μία μόνο παρέμβαση, αλλά από το κατά πόσο το σχολείο θα μετατραπεί σε έναν χώρο όπου η πρόληψη, η συνεργασία και η συναισθηματική ασφάλεια θα έχουν την ίδια βαρύτητα με τη γνώση.
Διαβάστε ακόμη:
- «Καμπανάκι» του Μητσοτάκη στους Ευρωπαίους για το προσφυγικό
- Το «σύνδρομο Κουτσούμπα» και το παράδοξο «αντιπολιτευτικό μέτωπο Patriot»
- Τα 8 νέα μουσεία που αλλάζουν τον πολιτιστικό χάρτη της Ελλάδας το 2026
- Τζέσικα Φόστερ: Η ξανθιά καλλονή «στρατιώτης» που έγινε viral – Πώς εξαπάτησε χιλιάδες χρήστες