Από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η ΕΕ μπορεί να έχει μειώσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία στο φυσικό αέριο από 45% σε 15%, αλλά συνεχίζει να αγοράζει μαζικά από τη Μόσχα ένα άλλο στρατηγικό προϊόν: τα λιπάσματα.

Η Ρωσία εξήγαγε πέρυσι στην ΕΕ λιπάσματα αξίας 20,65 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ξεπερνώντας κατά πολύ τον δεύτερο Καναδά (13,73 δισεκατομμύρια) και την Κίνα (11,38 δισεκατομμύρια).

Τα λιπάσματα αποτελούν βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα και, ως εκ τούτου, είναι κρίσιμο αγαθό για την οικονομία της ΕΕ.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Eurostat, οι συνολικές εισαγωγές αζωτούχων λιπασμάτων στην ΕΕ παρουσίασαν αύξηση την καλλιεργητική περίοδο 2022-2023 και το ένα τρίτο προήλθε από τη Ρωσία.

Οι εισαγωγές αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο εφέτος και σύμφωνα με τη Eurostat, μόνο τον Φεβρουάριο η ΕΕ αγόρασε 521.000 τόνους ρωσικών λιπασμάτων, 16% περισσότερο από πέρυσι και τα υψηλότερα ποσοστά από τον Δεκέμβριο του 2022.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί ότι, αν και πολλά λιπάσματα υπόκεινται σε κυρώσεις, «δεν υπάρχει απαγόρευση για πολλές κατηγορίες από τα προϊόντα αυτά».

Ανησυχούν οι Ευρωπαίοι

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες του κλάδου έχουν εκφράσει την ανησυχία τους για αυτή την τάση. Τον Δεκέμβριο του 2023, η νορβηγική εταιρεία χημικών, Yara υποστήριξε μάλιστα ότι «η Ρωσία και ο Πούτιν χρησιμοποιούν τα λιπάσματα και τα τρόφιμα ως όπλα». Ο Σβέιν Τόρε Χόλσετερ  ο, γενικός διευθυντής της εταιρείας, δήλωσε ότι «δεν πρέπει να είμαστε αφελείς και ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί στη συνέχεια… εάν υπάρξουν κλυδωνισμοί στην προσφορά δεν πρέπει να εκπλαγούμε».

Ο Χόλσετερ υποστήριξε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα στην ίδια κατάσταση με τα λιπάσματα όπως ήταν με την ενέργεια λίγο πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία . Εκείνη την εποχή, η Γερμανία και άλλες χώρες στο κέντρο και τα ανατολικά της ηπείρου, είχαν στραφεί στο φθηνό ρωσικό αέριο, κάνοντας τις αγορές τους πιο ανταγωνιστικές. Ωστόσο, η σύγκρουση αποκάλυψε ότι μια τόσο αποφασιστική δέσμευση θα άφηνε αυτές τις χώρες σε άσχημη κατάσταση εάν η Ρωσία αποφάσιζε, στο πλαίσιο μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης, να κλείσει τη στρόφιγγα.

«Η Ευρώπη μπόρεσε να μειώσει την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ναι, αλλά και με τεράστιο κόστος και πόνο για τα νοικοκυριά και τις εταιρείες », εξήγησε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Yara και πρόσθεσε: «Με ανησυχεί πολύ γιατί σχεδόν σαν να υπνοβατούμε, επαναλαμβάνουμε ακριβώς τα ίδια λάθη όπως με την ενέργεια, στα λιπάσματα».

Θεωρητικά, τα κράτη μέλη πρέπει να αναθεωρήσουν τα σχέδιά τους να μειώσουν σταδιακά την εξάρτησή τους από τα ρωσικά λιπάσματα, κάτι που δεν συνέβη τον τελευταίο χρόνο.

Φαύλος κύκλος

Οι ειδικοί στο Κέντρο Ενεργειακής Πολιτικής υποστηρίζουν ότι ακριβώς αυτή η σχέση μεταξύ της ενέργειας, των λιπασμάτων, της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας και του πληθωρισμού εμποδίζει να αναληφθεί μεγαλύτερη δράση και καθιστά αδύνατη την απεξάρτηση από τη Ρωσία. « Είναι ένας φαύλος κύκλος, η ηλεκτρική ενέργεια και τα καύσιμα καταναλώνονται για άρδευση, επεξεργασία και συσκευασία, ενώ τα λιπάσματα αυξάνουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών». Κατά συνέπεια, η υψηλότερη ενέργεια αυξάνει την τιμή των λιπασμάτων και, κατά συνέπεια, αυτή των καλλιεργειών.

«Οι στρεβλώσεις που σημειώθηκαν το 2022 στην αγορά λιπασμάτων μπορούν να προκαλέσουν  μια παγκόσμια κρίση», επομένως είναι λογικό να θέλουμε να μετριαστεί αυτή η ζημιά με οποιοδήποτε κόστος» ,αναφέρει το Κέντρο Ενεργειακής Πολιτικής. Από τα χαμηλά του 2021, οι τιμές των λιπασμάτων εκτοξεύτηκαν κατά 165%  το 2022, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. Έκτοτε, καθώς η αγορά έχει ομαλοποιηθεί μετά από χρόνια πολέμου, η αξία αυτού του προϊόντος μειώθηκε κατά 48%. Και, παρόλο που εξακολουθούν να είναι 30% πάνω από τα προπολεμικά μεγέθη τους, η πραγματικότητα είναι ότι ήδη διαπραγματεύονται σε μια περιοχή πολύ πιο κοντά στον ιστορικό μέσο όρο τους.

Λιπάσματα και κλιματική αλλαγή

Ο Χάινγκ Για ντε Ζέουβ,ενεργειακός αναλυτής στη Rabobank, εξήγησε σε μια πρόσφατη έκθεσή του ότι « η  ευρωπαϊκή βιομηχανία βιώνει μια στιγμή δραστικών αλλαγών, ιδιαίτερα στο άζωτο, με έναν φιλόδοξο νέο κανονισμό για το κλίμα». Αυτοί οι παράγοντες σημαίνουν ότι ο κλάδος εισέρχεται σε μια εντελώς αποφασιστική στιγμή όπου ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα από τις υψηλότερες τιμές του φυσικού αερίου και, ως εκ τούτου, βρίσκεται επίσης στα πρόθυρα σημαντικών κινδύνων.

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ προχωρά ένα βήμα παραπέρα και υποστηρίζει ότι ο πόλεμος «προκάλεσε έλλειψη βασικών λιπασμάτων για τις καλλιέργειες, υπονομεύοντας την επισιτιστική ασφάλεια σε όλο τον κόσμο».

Υπό αυτή την έννοια, το ίδρυμα επισημαίνει ότι για το λόγο αυτό δεν έχουν επιβληθεί οι ίδιες κυρώσεις όπως με άλλα κρίσιμα προϊόντα από τη Ρωσία. “Για αυτούς τους λόγους δεν έχουν συμπεριληφθεί τα λιπάσματα, σε άλλα μέτρα που έχουν σχεδιαστεί για την απομόνωση της Ρωσίας.» Και, παρόλο που στην αρχή υπήρχε ξεκάθαρη επιθυμία μείωσης της εξάρτησης από τη Μόσχα, η έλλειψη έχει ενταθεί «λόγω των περιορισμών στις εξαγωγές που έχει επιβάλει η Κίνα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023».

Η ασιατική χώρα μείωσε τις πωλήσεις λιπασμάτων κατά 50% το 2022 και, για να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό της, απαγόρευσε μέρος των εξαγωγών στο εξωτερικό. Η Κίνα αντιπροσωπεύει σχεδόν το 30% της παγκόσμιας προσφοράς σε λιπάσματα.

Διαβάστε ακόμη: