Σε άμεση «γεωγράφηση» του νέου τοπίου που διαμορφώνεται στην παγκόσμια οικονομία, οδηγεί η δίδυμη κρίση των τελευταίων ημερών σε ΗΠΑ και Ευρώπη.

H κατάρρευση της Silicon Valley Bank και οι ισχυροί κραδασμοί στην Credit Suisse, αλλάζουν άρδην την πλειοψηφία των γεωμετρικών αξιωμάτων τα οποία είχαν εφαρμοστεί στις οικονομίες διεθνώς.

Όλα όσα ακολούθησαν δημιουργούν την αίσθηση ότι αυτή τη φορά οι παράγοντες που κινούν τα νήματα της οικονομίας διεθνώς δεν αιφνιδιάστηκαν.

Η άμεση αντίδραση της αμερικανικής κυβέρνησης στο πρόβλημα της Silicon Valley Bank και η τεράστια ένεση ρευστότητας άνω των 50 δισ. στην GS από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας, αποδεικνύει ότι οι «μηχανισμοί» δεν κατελήφθησαν εξ απήνης.

Η διαφορά με το 2008 και την περίπτωση της Lehman Brothers είναι εμφανής.

Τα πρώτα σημεία κρίσης του αμερικανικού κολοσσού εμφανίστηκαν το 2007 και χρειάστηκε να μεσολαβήσει ένα έτος μέχρι να αντιδράσει η FED.

Στην τρέχουσα περίπτωση οι κινήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ήταν άμεσες και ακαριαίες.

Ρίσκο ή βεβαιότητα;

Αν και οι δύο περιπτώσεις έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, το κοινό σημείο που τις ενώνει είναι ο όρος φερεγγυότητα.

Στην Credit Suisse οι επενδυτές έθεσαν υπό αμφισβήτηση τη φερεγγυότητα μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης.

Με την Silicon Valley Bank αλλά και τη Signature Bank στις ΗΠΑ οι επενδυτές έδειξαν μια τάση αποστροφής στις μετοχές των περιφερειακών τραπεζών εξ ου και η αναταραχή στη Wall Street.

Το γεγονός ότι οι μετοχές των άλλων δεικτών ελάχιστα επηρεάστηκαν ενισχύει την εκτίμηση ότι αποφεύχθηκε η οξεία κρίση, πρέπει όμως να γίνουν νέες παραδοχές και να επιλεχθεί μια πιο «εύστροφη» πολιτική στο «μέτωπο» των επιτοκίων και της αντιμετώπισης των πληθωριστικών πιέσεων.

Πολλές συζητήσεις προκάλεσε η απόφαση της ΕΚΤ να προχωρήσει παρά την κρίση στην Credit Suisse στην αύξηση του Euribor.

Η απόφαση του κονκλαβίου της Φρανκφούρτης επιδέχεται διττή ανάγνωση.

Είτε η Λαγκάρντ και το επιτελείο της δεν ανησυχούν για μεγάλη συστημική κρίση, είτε δεν μπορούν να χαράξουν «γραμμές άμυνας», όπως το 2011.

Τότε, ο προκάτοχος της Λαγκάρντ, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, είχε αυξήσει τα επιτόκια.

Υποστήριζε ότι η σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό είναι ο καλύτερος τρόπος για να τονωθεί η εμπιστοσύνη στη ζώνη του ευρώ.

Αυτό αποδείχτηκε ένα τεράστιο πολιτικό λάθος που έβλαψε την αξιοπιστία της ΕΚΤ για χρόνια.

«Κονταίνει» ο πληθωρισμός

Από την πλευρά της η Λαγκάρντ δείχνει να αναγνωρίζει τα λάθη του παρελθόντος.

«Έχουμε υπόψη μας την ιστορία και τι έχει γίνει στο παρελθόν, αλλά είμαστε όλοι βέβαιοι ότι η απόφαση που λάβαμε σήμερα είναι σθεναρή», είπε στη συνέντευξη Τύπου. Το ενδιαφέρον της, σε κάθε περίπτωση, είναι ο πληθωρισμός.

«Δεν λυγίζουμε» στη μάχη κατά του πληθωρισμού «και είμαστε αποφασισμένοι να τον επαναφέρουμε τον πληθωρισμό στο στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα».

Εις επίρρωσιν όλων αυτών το Politico σημειώνει ότι οι τελευταίες προβλέψεις της ΕΚΤ βλέπουν τον πληθωρισμό να μειώνεται ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως, κυρίως λόγω της πτώσης των τιμών της ενέργειας.

Η ΕΚΤ βλέπει τον πληθωρισμό κατά μέσο όρο στο 5,3% το 2023, στο 2,9% το 2024 και στο 2,1% το 2025.

Οι ραγδαίες αλλαγές στην οικονομία διεθνώς που δρομολογούνται με κινητήριο μοχλό τις εξελίξεις στις δύο τράπεζες, έρχονται να «δέσουν» με την σημερινή εγχώρια πραγματικότητα.

Η τραγωδία -έγκλημα κατά πολλούς- των Τεμπών «φέρνει» σεισμικές αλλαγές στην πολιτική και οικονομική ζωή της Ελλάδας.

Θα «γίνουμε Ευρώπη»;

Προκύπτει άμεση η ανάγκη η χώρα να «γυρίσει σελίδα», να κάνει τη δική της υπέρβαση.

Παραδοχές του παρελθόντος, σύντομα θα παραμεριστούν από τις ανάγκες των καιρών.

Σήμερα το θεώρημα των σταθερών μονοκομματικών κυβερνήσεων, μοιάζει αδύναμο στα μάτια των πολιτών.

Όπως φαίνεται από όλες τις δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν μετά το τραγικό δυστύχημα η πλειοψηφία παραδέχεται ότι οι μονοκομματικές κυβερνήσεις στη χώρα έχουν εξαντλήσει τα όρια τους, εκτιμώντας ότι γέννησαν αλαζονεία, καισαρισμό και μία απαίδευτη σε δημοκρατικές διαδικασίες εξουσιαστική αντίληψη των πραγμάτων.

Απεναντίας εκτιμούν ότι ήλθε η ώρα να γίνουμε και στον τομέα αυτό Ευρώπη, ακολουθώντας την πορεία ώριμων ευρωπαϊκών δημοκρατιών που μέσα από την κουλτούρα της συναντίληψης, του διαλόγου της συνεργασίας και ενός κοινού σχεδίου μπορούν να βάλλουν τη χώρα στις «ράγες» του τρένου, τις οποίες ήδη ακολουθούν όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες.

Φαίνεται έτσι ότι όλο και περισσότεροι πολίτες βλέπουν την κρίση ως μεγάλη ευκαιρία.

Η μεγάλη πρόκληση

Εφόσον οι προσεχείς εκλογές επιβάλλουν συνεργατικά κυβερνητικά σχήματα, η αντανάκλαση στην οικονομία θα είναι άμεση και ραγδαία.

Διότι εκ των πραγμάτων πρόκειται να προκύψει η ανάγκη για την εκπόνηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου για τη χώρα, το οποίο θα πάψει να βασίζεται στη μονοθεματική στήριξη των τουριστικών εισροών και της «βιομηχανίας» των πελατειακών σχέσεων μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων και θα βασιστεί στη στήριξη των πιο «φρέσκων» και παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Οι δυνάμεις αυτές αναδείχθηκαν στην περίοδο της κρίσης και δηλώνουν ετοιμότητα για το άλμα της χώρας στο μέλλον.

Κάποιες από αυτές , έχουν κάνει ήδη αισθητή την παρουσία τους στην οικονομία και δηλώνουν ετοιμότητα να συμμετάσχουν στην εκκίνηση που έχει ανάγκη η χώρα. Ως σήμερα ο μέσος πολίτης ήταν διστακτικός…

Η κρίση ως παράθυρο ευκαιρίας για χιλιάδες δανειολήπτες

Ελπίδες ότι η νέα πολιτική των ηπιότερων παρεμβάσεων της ΕΚΤ στο «μέτωπο» των επιτοκίων, θα έχει αντανάκλαση και στις δόσεις των δανείων τους, τρέφουν χιλιάδες δανειολήπτες που έντρομοι διαπιστώνουν την κατακόρυφη αύξηση των δανεικών τους υποχρεώσεων.

Χαρακτηριστικά δύο παραδείγματα: Σήμερα και μετά την προχθεσινή άνοδο των επιτοκίων ένα στεγαστικό δάνειο κυμαινομένου επιτοκίου ύψους 100.000 ευρώ και με δεκαπενταετή διάρκεια χρεώνεται επιπλέον κόστος 1.850 ευρώ τον χρόνο, ενώ δανειολήπτης 100.000 ευρώ 25ετούς διάρκειας καλείται να καταβάλει ετήσιο «καπέλο» 2.700 ευρώ.

Πρόκειται προφανώς για ποσά που δεν «αντέχει» ο μέσος οικογενειακός προϋπολογισμός για το λόγο αυτό και κρίνεται αναγκαία η εξάντληση όλων των ορίων ευελιξίας από τράπεζες και servicers ώστε να μην προκύψει μια νέα γενιά κόκκινων δανείων.

Λέγεται ότι όλες οι κρίσεις δημιουργούν και «παράθυρα ευκαιρίας».

Πιθανόν αυτό να προκύψει και από τις πρόσφατες εξελίξεις.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα ακολουθήσει στο μέλλον μια πιο λελογισμένη πολιτική επιτοκίων, ώστε Αύγουστο το βασικό επιτόκιο αναφοράς να κυμανθεί μεταξύ 3,50-3,75% έναντι του 4,10-4,25% που αρχικά υπολογιζόταν.

Στην κατεύθυνση αυτή διευκολύνει και το γεγονός ότι οι πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη αποκλιμακώνονται δίνοντας στην Φρανκφούρτη την ευχέρεια για ηπιότερες παρεμβάσεις.

Διαβάστε περισσότερα