Για το μεγαλύτερο μέρος της μοντέρνας ιστορίας, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις λειτουργούσαν σε στενό συντονισμό με τα κράτη. Η Βρετανία και η Ολλανδία χρηματοδοτούνταν από τις εταιρείες τους στις Ανατολικές Ινδίες και τους παρείχαν στρατιωτική και διπλωματική στήριξη ως αντάλλαγμα. Η γερμανική Krupp και η ιαπωνική Mitsubishi βοήθησαν στην εκβιομηχάνιση, καθώς οι κυβερνήσεις τους εξασφάλιζαν ορυχεία και αγορές στο εξωτερικό. Και οι αμερικανικές παρεμβάσεις σε άλλες χώρες βοήθησαν τις πετρελαϊκές τους εταιρείες να εξασφαλίσουν ξένους πόρους.

Όμως από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι κυβερνήσεις έκαναν πίσω και οι πολυεθνικές επεκτάθηκαν ανά τον πλανήτη, χωρίς περιορισμούς. Σήμερα, ο καπιταλισμός των όπλων, αυτό που ο Economist ονομάζει «gunboat capitalism», επιστρέφει. Και σύμφωνα με ανάλυση του περιοδικού, θα κάνει τον κόσμο φτωχότερο.

Ένα από τα βασικά ζητήματα στο μυαλό των CEOs των μεγαλύτερων εταιρειών του κόσμου, που θα συγκεντρωθούν τις επόμενες ημέρες  στο Νταβός, είναι οι δραματικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων στις διασυνοριακές δραστηριότητές τους. Καθώς ο πόλεμος επιστρέφει στην Ευρώπη και  η Κίνα γίνεται πιο αποφασιστική, οι πολιτικοί ξαναγράφουν τους χάρτες του παγκόσμιου επιχειρείν και ορίζουν πού μπορούν ή δεν μπορούν να δραστηριοποιηθούν οι πολυεθνικές.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump πηγαίνει τα πράγματα ακόμα παρακάτω. Εκείνος, βλέπει τις επιχειρήσεις σαν ένα χρήσιμο εργαλείο για να ενισχύσει την δύναμη του κράτους. Καλεί τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επιστρέψουν στη Βενεζουέλα ή να αντιμετωπίσουν αντίποινα, πιέζει τις αμυντικές εταιρείες να σταματήσουν τις επαναγορές μετοχών τους και απαιτεί από τις τεχνολογικές εταιρείες που πουλάνε  τα τσιπ τους στην Κίνα να μοιράζονται τα κέρδη με το κράτος.

Σύμφωνα με τον Economist, αυτή η επιστροφή της παρέμβασης του κράτους στις υποθέσεις των πολυεθνικών θα έχει αποσταθεροποιητικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις, οι οποίες πραγματοποιούν τζίρο 23 τρισ. δολαρίων το χρόνο, βγάζουν κέρδη 2,4 τρισ. δολαρίων και απασχολούν εκατομμύρια άτομα σε όλο τον κόσμο.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη εμφανείς και μετρήσιμες. Οι δασμοί, οι επιδοτήσεις και οι κυρώσεις οδηγούν τις επιχειρήσεις να εκτρέψουν κεφάλαια από αγορές όπως η Κίνα και η Ρωσία, προς την πατρίδα τους. Οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες, για παράδειγμα, πραγματοποιούσαν το 2016 το 44% των κεφαλαιουχικών δαπανών τους στις ΗΠΑ, όμως σήμερα το μερίδιο αυτό έχει αυξηθεί στο 69%. Οι πωλήσεις τους στο εξωτερικό έχουν μειωθεί, σε πραγματικούς όρους, ενώ εκείνες στην εγχώρια αγορά τους έχουν αυξηθεί, με την τάση να είναι πιο εμφανής στους κλάδους που θεωρούνται από την Ουάσιγκτον στρατηγικής σημασίας, όπως είναι εκείνοι του λογισμικού, των φαρμάκων και των αυτοκινήτων.

Ο εμπορικός εκπρόσωπος του Trump, Jamieson Greer, λέει στον Economist ότι ο κόσμος δεν πρόκειται να επιστρέψει στο αποκορύφωμα της παγκοσμιοποίησης. Αν μη τι άλλο, οι κρατικές παρεμβάσεις θα αυξηθούν, λέει, καθώς η κυβέρνηση Trump παίρνει ακόμα και ποσοστά στο μετοχικό κεφάλαιο αμερικανικών επιχειρήσεων. Όσο οι ΗΠΑ στηρίζουν τις δικές τους επιχειρήσεις σε βάρος των ξένων, τόσο μεγαλύτερο νόημα έχει για τις υπόλοιπες κυβερνήσεις να κάνουν το ίδιο.

Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτού του «gunboat capitalism»; Σύμφωνα με τον Economist, το επιχειρείν  θα γίνει πιο ακριβό και λιγότερο αποτελεσματικό. Όταν οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να λάβουν υπόψη τους γεωπολιτικούς παράγοντες στον τρόπο με τον οποίο τοποθετούν τα κεφάλαιά τους, γίνονται λιγότερο παραγωγικές και η ευημερία μειώνεται για όλους.

Ήδη υπάρχουν ενδείξεις ότι οι πολυεθνικές χάνουν κερδοφορία σε σχέση με τις εταιρείες που λειτουργούν στην εγχώρια αγορά τους.

Το κόστος αυτό ίσως να άξιζε, εάν το αντάλλαγμα ήταν η ασφάλεια των κρατών, την ώρα που απολυταρχικά καθεστώτα σε όλο τον κόσμο γίνονται πιο επιθετικά. Όμως, η αβεβαιότητα γύρω από τις πολιτικές «πνίγει» τις επιχειρήσεις και την καινοτομία.

«Η γοητεία του καπιταλισμού των όπλων έγκειται στο ότι προσφέρει τόσο ευημερία όσο και ασφάλεια. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν θα φέρει τίποτα από τα δύο», καταλήγει ο Economist.

Διαβάστε ακόμη: