Η υγιεινή διατροφή φαίνεται ότι μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά για τον εγκέφαλο ακόμη και όταν έχουν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα βιολογικά σημάδια που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ και την άνοια.
Νέα μακροχρόνια μελέτη, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 1.900 άνθρωποι άνω των 60 ετών, δείχνει ότι μια διατροφή με χαμηλή φλεγμονώδη δυναμική συνδέεται με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης άνοιας, ακόμη και μεταξύ όσων παρουσίαζαν αυξημένο βιολογικό κίνδυνο.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι οι καθημερινές συνήθειες εξακολουθούν να παίζουν ρόλο ακόμη και όταν οι εξετάσεις αίματος έχουν ήδη καταγράψει αλλαγές που παραπέμπουν σε βλάβη των νευρώνων ή σε άλλες πρώιμες διεργασίες της νόσου.
Οι βιοδείκτες αποκαλύπτουν τον κίνδυνο
Τα τελευταία χρόνια, οι αιματολογικές εξετάσεις έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό εργαλείο για την ανίχνευση πρώιμων αλλαγών στον εγκέφαλο.
Οι λεγόμενοι βιοδείκτες αίματος μπορούν να δώσουν ενδείξεις για καταστροφή νευρικών κυττάρων, βιολογικό στρες και διεργασίες που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, πριν ακόμη εμφανιστούν έντονα συμπτώματα.
Ωστόσο, οι δείκτες αυτοί δεν αποτελούν βέβαιη πρόβλεψη. Ένα άτομο με αυξημένες τιμές μπορεί να μην εμφανίσει ποτέ άνοια, ενώ ένα άλλο με χαμηλότερες τιμές μπορεί τελικά να νοσήσει.
Αυτό ακριβώς το κενό επιχείρησαν να διερευνήσουν οι ερευνητές: εάν δηλαδή, ακόμη και μετά την εμφάνιση πρώιμων βιολογικών αλλοιώσεων, ο τρόπος ζωής και ειδικότερα η διατροφή μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της υγείας του εγκεφάλου.
Η έρευνα των 15 ετών
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τους ερευνητές Anja Mrhar και Adrián Carballo Casla του Ινστιτούτου Καρολίνσκα.
Οι επιστήμονες παρακολούθησαν για 15 χρόνια σχεδόν 1.900 ανθρώπους ηλικίας άνω των 60 ετών. Στην αρχή της έρευνας κανένας από τους συμμετέχοντες δεν είχε διαγνωστεί με άνοια. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, 240 άνθρωποι εμφάνισαν τη νόσο.
Οι διατροφικές συνήθειες των συμμετεχόντων καταγράφηκαν επανειλημμένα, ώστε η έρευνα να μην στηριχθεί σε μια μόνο στιγμιαία εικόνα της καθημερινότητάς τους.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνέκριναν την ποιότητα της διατροφής με τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος και με τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Έως 30% χαμηλότερος κίνδυνος
Το πιο σαφές αποτέλεσμα καταγράφηκε στους ανθρώπους που είχαν αυξημένους βιοδείκτες και, επομένως, μεγαλύτερο βιολογικό κίνδυνο.
Όσοι από αυτούς ακολουθούσαν μια διατροφή με χαμηλή φλεγμονώδη δυναμική εμφάνισαν έως και 30% μικρότερο κίνδυνο να αναπτύξουν άνοια.
Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει ότι μια σωστή διατροφή μπορεί να αποτρέψει με βεβαιότητα τη νόσο. Η έρευνα ήταν παρατηρησιακή και, κατά συνέπεια, μπορεί να δείξει ισχυρή συσχέτιση, όχι όμως να αποδείξει ότι η διατροφή αποτελεί από μόνη της την άμεση αιτία της μείωσης του κινδύνου.
Παρά τον περιορισμό αυτό, το εύρημα δείχνει ότι οι διατροφικές επιλογές μπορούν να συνεχίσουν να προσφέρουν όφελος ακόμη και όταν η βιολογική διαδικασία της νόσου φαίνεται να έχει ήδη ξεκινήσει.
Τι σημαίνει αντιφλεγμονώδης διατροφή
Η αντιφλεγμονώδης διατροφή δεν είναι μια αυστηρή δίαιτα με συγκεκριμένο εβδομαδιαίο πρόγραμμα.
Πρόκειται περισσότερο για έναν συνολικά υγιεινό τρόπο διατροφής, που βασίζεται σε:
- περισσότερα λαχανικά και φρούτα,
- όσπρια,
- δημητριακά ολικής άλεσης,
- καφέ ή τσάι,
- περιορισμό του κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος,
- αποφυγή υπερεπεξεργασμένων τροφών,
- περιορισμό των αναψυκτικών με ζάχαρη.
Οι ερευνητές δεν επικεντρώθηκαν σε μία μεμονωμένη τροφή ή σε κάποια βιταμίνη, αλλά στη συνολική ποιότητα του διατροφικού προτύπου. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται πιο ρεαλιστική, καθώς οι άνθρωποι δεν καταναλώνουν θρεπτικά συστατικά απομονωμένα, αλλά συνδυασμούς τροφών.
Πώς η φλεγμονή επηρεάζει τον εγκέφαλο
Η φλεγμονή αποτελεί φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού και είναι απαραίτητη για την άμυνα απέναντι στις λοιμώξεις και για την αποκατάσταση μετά από τραυματισμούς.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν εξελίσσεται σε χρόνια φλεγμονή χαμηλής έντασης, η οποία μπορεί να παραμένει στον οργανισμό για χρόνια.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτού του είδους η φλεγμονή μπορεί να επιβαρύνει τον εγκέφαλο με δύο βασικούς τρόπους.
Ο πρώτος είναι άμεσος, μέσω της ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος γύρω από τα εγκεφαλικά κύτταρα. Ο δεύτερος είναι έμμεσος, μέσω της βλάβης στα αιμοφόρα αγγεία, της αυξημένης αντίστασης στην ινσουλίνη και της επιβάρυνσης της καρδιαγγειακής υγείας.
Η διατροφή μπορεί να επηρεάσει όλες αυτές τις διεργασίες, περιορίζοντας ή ενισχύοντας τη χρόνια φλεγμονή.
Η μεσογειακή διατροφή παραμένει πολύτιμη
Η έρευνα εξέτασε επίσης το πόσο κοντά βρίσκονταν οι συμμετέχοντες στις αρχές της μεσογειακής διατροφής και στις γενικές οδηγίες υγιεινής διατροφής.
Η αντιφλεγμονώδης προσέγγιση φάνηκε να ωφελεί περισσότερο τους ανθρώπους με αυξημένο βιολογικό κίνδυνο. Αντίθετα, η μεσογειακή διατροφή και η γενικότερη τήρηση των διατροφικών οδηγιών φάνηκαν να προσφέρουν μεγαλύτερο όφελος σε όσους είχαν χαμηλότερες τιμές βιοδεικτών.
Αυτό δείχνει ότι δεν υπάρχει μία μοναδική δίαιτα που να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Διαφορετικά διατροφικά πρότυπα μπορεί να δρουν μέσω διαφορετικών μηχανισμών και να ταιριάζουν περισσότερο στις ανάγκες κάθε βιολογικού προφίλ.
Τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία της μελέτης
Η έρευνα διαθέτει αρκετά στοιχεία που ενισχύουν την αξιοπιστία της.
Οι διατροφικές συνήθειες καταγράφηκαν περισσότερες από μία φορές, οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και οι περιπτώσεις άνοιας εντοπίστηκαν με συστηματικό τρόπο.
Παράλληλα, οι ερευνητές συνέκριναν διαφορετικά διατροφικά μοντέλα μέσα στην ίδια ομάδα ανθρώπων, γεγονός που επέτρεψε μια πιο σαφή αξιολόγηση των διαφορών.
Υπήρχαν, όμως, και περιορισμοί. Η καταγραφή της διατροφής βασίστηκε σε ερωτηματολόγια, τα οποία δεν είναι πάντοτε απολύτως ακριβή. Επιπλέον, όλοι οι συμμετέχοντες ζούσαν σε μία συγκεκριμένη πόλη της Σουηδίας και ήταν κατά μέσο όρο σχετικά υγιείς και μορφωμένοι.
Επομένως, τα αποτελέσματα δεν είναι βέβαιο ότι εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους πληθυσμούς.
Δεν υπάρχει απόλυτη ασπίδα
Η υγιεινή διατροφή δεν μπορεί από μόνη της να εξαλείψει τον κίνδυνο άνοιας.
Η ηλικία, η κληρονομικότητα, η καρδιαγγειακή υγεία, οι κοινωνικές συνθήκες και άλλοι παράγοντες εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Ωστόσο, τα ευρήματα δείχνουν ότι η διατροφή παραμένει ένας παράγοντας πάνω στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να παρέμβει. Και αυτό φαίνεται να ισχύει ακόμη και όταν οι πρώτες βιολογικές αλλαγές έχουν ήδη αρχίσει.
Το επόμενο βήμα για τους ερευνητές είναι να εντοπίσουν ποια τρόφιμα και ποια θρεπτικά συστατικά ευθύνονται περισσότερο για το προστατευτικό αποτέλεσμα, ώστε οι μελλοντικές οδηγίες πρόληψης της άνοιας να γίνουν πιο στοχευμένες.
Το βασικό συμπέρασμα, πάντως, είναι ήδη σαφές: η φροντίδα του εγκεφάλου μπορεί να αρχίζει από το πιάτο και δεν είναι ποτέ εντελώς αργά για καλύτερες διατροφικές επιλογές.
