Η απόφαση της Federal Reserve να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια αυτή την εβδομάδα θεωρείται σχεδόν δεδομένη στη Wall Street. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι επενδυτές στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς.
Έπειτα από δύο μήνες έντονων πιέσεων, που ξεκίνησαν τον Αύγουστο και οδήγησαν τις αποδόσεις σε υψηλά επίπεδα στις αρχές Οκτωβρίου, τα αμερικανικά ομόλογα έχουν ανακάμψει. Η εξέλιξη συνδέεται εν μέρει με τις ανησυχίες για προβλήματα χρηματοδότησης στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τις επενδύσεις σε έναν από τους βασικούς μοχλούς της αμερικανικής οικονομίας.
Σύμφωνα με το Reuters, διαχειριστές κεφαλαίων και αναλυτές προειδοποιούν ότι οι παράγοντες που προκάλεσαν τις φετινές απώλειες στην αγορά ομολόγων παραμένουν ενεργοί. Ο επίμονος πληθωρισμός, οι αυξημένες ανάγκες δανεισμού του Δημοσίου και των επιχειρήσεων, αλλά και η αβεβαιότητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της επόμενης εβδομάδας, δυσκολεύουν τις προβλέψεις για τους τελευταίους μήνες του 2026.
«Δεν πιστεύω ότι η Fed βρίσκεται πλέον εξ ολοκλήρου στη θέση του οδηγού», επισημαίνει ο Christian Hoffmann, επικεφαλής σταθερού εισοδήματος της Thornburg Investment Management. Όπως εξηγεί, ολοένα μεγαλύτερη σημασία αποκτούν ο επενδυτικός κύκλος της τεχνητής νοημοσύνης και η διάθεση των επενδυτών απέναντι στον κίνδυνο.
Το τελευταίο διάστημα, κεφάλαια απομακρύνονται από ορισμένες τοποθετήσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη και κατευθύνονται προς τα ομόλογα, σε μια κίνηση αναζήτησης ασφαλέστερων επενδύσεων. Τέτοιες μετατοπίσεις, σύμφωνα με τον Hoffmann, μπορούν να έχουν μεγαλύτερη επίδραση στην αγορά από μικρές μεταβολές στις προσδοκίες για τα επιτόκια.
Η Fed και ο επίμονος πληθωρισμός
Οι επενδυτές αναμένουν ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στην προσεχή συνεδρίαση, χωρίς ωστόσο να αποκλείουν νέα αύξηση τον Δεκέμβριο. Μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την απόφαση θα έχουν οι εκτιμήσεις των αξιωματούχων για την πορεία του πληθωρισμού και της νομισματικής πολιτικής τους επόμενους μήνες.
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου έχει αυξηθεί κατά 84 μονάδες βάσης από τις αρχές του έτους, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο από το 2022, εφόσον διατηρηθεί η σημερινή εικόνα. Αντίστοιχα, η απόδοση του τριακονταετούς έχει ενισχυθεί κατά σχεδόν 50 μονάδες βάσης, στη μεγαλύτερη αύξηση από το 2024.
Οι πρόσφατες δηλώσεις των αξιωματούχων της Fed, John Williams και Philip Jefferson, περιόρισαν τις προσδοκίες για άμεσες αυξήσεις επιτοκίων. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών καταναλωτή και παραγωγού τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, με σημαντικό παράγοντα το αυξημένο ενεργειακό κόστος, εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία.
«Ο πληθωρισμός έχει σαφώς επιταχυνθεί εκ νέου», σημειώνει στο Reuters ο Jack Herr, ανώτερος αναλυτής επενδύσεων της GuideStone Funds. Κατά την εκτίμησή του, η Fed επιλέγει να αξιολογήσει τα νέα στοιχεία μετά την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων, προτού προχωρήσει πιθανότατα σε νέα παρέμβαση μέχρι το τέλος του έτους.
Το χρέος των 40 τρισ. δολαρίων
Πέρα από τη νομισματική πολιτική, σημαντική πηγή πίεσης για την αγορά αποτελεί η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ.
Το δημόσιο χρέος έχει φθάσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ τα συνεχιζόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα αυξάνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Η ενίσχυση των εκδόσεων κρατικών ομολόγων σημαίνει ότι οι ιδιώτες επενδυτές καλούνται να απορροφήσουν ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες χρέους. Η αυξημένη προσφορά έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα για τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων, υπερβαίνοντας κατά περιόδους ακόμη και την επίδραση των προσδοκιών για τις αποφάσεις της Fed.
Η επιφυλακτικότητα αποτυπώνεται και στην τελευταία έρευνα της JPMorgan μεταξύ πελατών της αγοράς κρατικών ομολόγων. Οι καθαρές ανοδικές τοποθετήσεις στα ομόλογα βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο από τα μέσα Αυγούστου, ένδειξη περιορισμένης εμπιστοσύνης σε περαιτέρω αποκλιμάκωση των αποδόσεων.
Ο Chris Maxey, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Wealthspire Advisors, υπογραμμίζει ότι τα συνεχιζόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα, της τάξης του 6% του ΑΕΠ, καθιστούν δύσκολη οποιαδήποτε ασφαλή πρόβλεψη.
Όπως εξηγεί, η αύξηση των δαπανών για τόκους μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια για άλλες κρατικές δαπάνες, εντείνοντας τις ανησυχίες των επενδυτών για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας και ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις.
Οι εκλογές δεν αλλάζουν τις δημοσιονομικές προοπτικές
Η έντονη αναταραχή που σημειώθηκε στην αγορά ομολόγων στα τέλη του καλοκαιριού θεωρήθηκε από αρκετούς επενδυτές προειδοποιητικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον. Ακόμη όμως και όσοι πιστεύουν ότι το μήνυμα έγινε αντιληπτό, εκτιμούν πως θα χρειαστεί χρόνος για να αλλάξει η πορεία των δημοσίων δαπανών.
Ο Oli Shale, ειδικός για τις αμερικανικές επενδύσεις στην εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων Ruffer, δεν αναμένει ουσιαστική δημοσιονομική συγκράτηση ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των ενδιάμεσων εκλογών.
«Οι περισσότερες δαπάνες αποτελούν την οδό της μικρότερης αντίστασης και αυτό το καθεστώς δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα», επισημαίνει.
Για την αγορά αμερικανικών ομολόγων, συνεπώς, η αναμενόμενη παύση των αυξήσεων επιτοκίων από τη Fed δεν αρκεί από μόνη της για να αντιστρέψει τις πιέσεις που έχουν συσσωρευθεί στη διάρκεια του έτους.
