Έπειτα από τη συμφωνία μεταξύ της Χριστιανικής Ένωσης CDU/CSU και του SPD για ένα ειδικό ταμείο που θα επιτρέψει επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ στη Γερμανία στην άμυνα και τις υποδομές, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως δεν υπάρχουν πια πολλές διαφωνίες ως προς τις δημόσιες δαπάνες στις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό της επόμενης γερμανικής κυβέρνησης.
Το ειδικό ταμείο όμως αφορά επενδύσεις μόνο για την άμυνα, τις υποδομές και την προστασία του κλίματος.
Τα χρήματα αυτά θα μπορούν να διατεθούν επιπλέον του τακτικού προϋπολογισμού. Στον τελευταίο όμως υπάρχει… μία τεράστια τρύπα. Σύμφωνα με υπολογισμούς του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών λείπουν τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια ευρώ για την επόμενη τετραετία.
Πολλά ερωτήματα ανοιχτά
Οι Σοσιαλδημοκράτες και η Χριστιανική Ένωση διαφωνούν γύρω από τη φορολόγηση -γενικώς και ειδικώς- των πιο εύρωστων οικονομικών στρωμάτων. Όπως προέκυψε από τις δηλώσεις πολιτικών των τριών κομμάτων που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, υπάρχουν ανοιχτά ερωτήματα σε σειρά θεμάτων όπως η μεταναστευτική πολιτική, το συνταξιοδοτικό και η ενεργειακή πολιτική. Σε αυτή τη συνθήκη έρχεται να προστεθεί το γεγονός ότι και οι τρεις παρατάξεις έδωσαν πολλές προεκλογικές υποσχέσεις.
Ο επικεφαλής της CDU Φρίντριχ Μερτς, επεσήμανε πως η ομάδα διαπραγμάτευσης επιδιώκει τώρα να βρει τη «χρυσή τομή» σε κάθε ζήτημα, προσθέτοντας πως «θα πρέπει γενικώς να κάνουμε οικονομία». Η συμπρόεδρος του SPD, Σάσκια Έσκεν, συμφώνησε πως «οι πόροι είναι περιορισμένοι» και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφασιστεί ποιες επιθυμίες των κομμάτων «θα μπορέσουν εν τέλει να υλοποιηθούν».
Ο έτερος πρόεδρος του SPD, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, τόνισε ότι ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός δεν θα πρέπει να επαναλάβει το «λάθος» του προηγούμενου, καταλήγοντας δηλαδή να συμφωνήσει σε πολιτικές που «στο τέλος δεν θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν».
Στο επίκεντρο τα επιδόματα
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η δημοσιονομική διαχείριση ιδίως ως προς τα κονδύλια κοινωνικής και επιδοματικής πολιτικής. Ένα μεγάλο μέρος του κόστους της κοινωνικής πολιτικής, δεν μπορεί απλώς να διαγραφεί. Οι Χριστιανοδημοκράτες για παράδειγμα εστιάζουν στη μείωση των επιδομάτων που δίνονται στους ανέργους και τους μετανάστες και σε όσους έχουν λάβει άσυλο.
Όσον αφορά το μεταναστευτικό, η Χριστιανική Ένωση τάσσεται υπέρ της μείωσης των παράνομων μεταναστευτικών ροών. Σε αυτό το πλαίσιο CDU και CSU θέλουν να συνάψουν συμφωνίες με γειτονικά κράτη για την προώθηση μεταναστών από τα γερμανικά σύνορα. Ακόμη θεωρούν ότι πρέπει να περιοριστούν τα επιδόματα και σε αιτούντες άσυλο. Ούτε αυτό όμως θα είναι αρκετό για να κλείσει η «τρύπα» στον προϋπολογισμό.
Η Χριστιανική Ένωση επιδιώκει επίσης τη χάραξη αυστηρότερης πολιτικής ως προς τις δαπάνες για την αναπτυξιακή βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ άλλων με την ενσωμάτωση του αρμόδιου υπουργείου για την Οικονομική Συνεργασία στο υπουργείο Εξωτερικών. Στόχος είναι η άρρηκτη σύνδεση αναπτυξιακής βοήθειας και εξωτερικής πολιτικής, με απώτερο σκοπό τη βέλτιστη εκπροσώπηση των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων της Γερμανίας και στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου κατευθύνονται οι πόροι για την αναπτυξιακή βοήθεια.
Το SPD διαφωνεί με αυτήν τη θέση και δεν είναι το μόνο. «Όποιος κάνει οικονομία στην αναπτυξιακή βοήθεια, δεν αποδυναμώνει μόνο τις διεθνείς συνεργασίες μας, αλλά και τις αξίες και τα συμφέροντα που εκπροσωπεί η Γερμανία», αναφέρεται σε δήλωση κορυφαίων προσωπικοτήτων της Εκκλησίας και της πολιτικής.
Η Κίρστεν Φερς, πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας, τόνισε πως η αναπτυξιακή συνεργασία «δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα, αλλά επένδυση στην ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την οικοδόμηση ενός κοινού μέλλοντος». Η ύπαρξη αυτόνομου υπουργείου για την αναπτυξιακή βοήθεια δίνει στις πιο αδικημένες χώρες μία φωνή στη γερμανική πολιτική και είναι επιπλέον απαραίτητη για τη χάραξη μίας εξωτερικής πολιτικής στη βάση αξιών.