Σοβαρές ενστάσεις διατυπώνονται στην (σωστή επί της αρχής, αλλά εντελώς ‘θολή’ στην υλοποίησή της) πρόθεση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να φορολογήσει το 90% των υπερκερδών των ενεργειακών εταιρειών μέσα στην κρίση.

Μιλώντας κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τον νέο ΕΝΦΙΑ, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι έχει ήδη δώσει εντολή στη ΡΑΕ να αρχίσει να αναλύει τα στοιχεία όλων των εταιρειών ενέργειας από τον περασμένο Οκτώβριο μέχρι σήμερα και με βάση το πόρισμα της ΡΑΕ, θα κινηθεί η κυβέρνηση.

Πολύ σοβαρή ένσταση εδώ είναι εάν η ΡΑΕ θα φτιάξει μόνη της κανόνες προσδιορισμού των υπερκερδών, ή θα πάρει κυβερνητική εντολή από τα υπουργεία Οικονομικών (που είναι το καθ’ ύλην αρμόδιο για τη φορολογία) ή το Ενέργειας που γνωρίζει τις παραμέτρους τόσο της ΡΑΕ όσο και των ενεργειακών εταιρειών. Πως θα οριστούν λοιπόν αυτά τα υπερκέρδη; Η ΡΑΕ θα ακολουθήσει προφανώς κάποια «συνταγή». Αλλά τι θα προσδιορίσει ακριβώς και για ποιό διάστημα;

Είναι ξεκάθαρο πάντως πως μέχρι το θεσμικό πλαίσιο φορολόγησης υπερκερδών πάρει σάρκα και οστά και ξεκαθαρίσουν οι λεπτομέρειες η αγορά πολύ απλά θα διαλυθεί!

Υπάρχουν 2 μεγάλες και 4 ή 5 μεσαίες συμφωνίες στον ενεργειακό τομέα που προφανώς θα τσακίσουν.

«Πέφτουν βροχή» οι «προτάσεις» για την Ενέργεια!

Το Χρηματιστήριο από τη μεριά του θα «χάσει τα αυγά και τα πασχάλια» που του έχουν απομείνει, θα περάσει «μαύρες μέρες».

Είπε ο Πρωθυπουργός: «Είναι μια δύσκολη τεχνικά άσκηση, καθώς η τοπική αγορά συνδέεται με την παγκόσμια. Όπου διαπιστωθούν υπερκέρδη, οι εταιρείες θα κληθούν να συνεισφέρουν στην αντιμετώπιση των απωλειών που είχαν οι πολίτες. Οι υπερβάσεις θα επιστραφούν στην κοινωνία. Δεν θα διστάσουμε να νομοθετήσουμε έκτακτη εισφορά εκεί όπου υπάρχουν έκτακτα κέρδη. Όλα θα γίνουν με βάση το πόρισμα της ΡΑΕ».

Στη δευτερολογία του μάλιστα ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεσμεύεται να φορολογήσει το 90% των υπερκερδών το οποίο θα επιστραφεί στον κρατικό προϋπολογισμό.

Αμφισβήτησε όμως τις εκτιμήσεις του Αλέξη Τσίπρα ότι τα υπερκέρδη αυτά φτάνουν το 1,4 δισ. ευρώ.

Πηγές της αγοράς τα προσδιορίζουν στα 700 (κακό σενάριο) και 900 εκατομμύρια (καλό σενάριο).

Είναι φανερό πως η υλοποίηση εμφανίζει μεγάλους κινδύνους που θα πρέπει να ερευνηθούν διεξοδικά.

Χρόνος να γίνουν οι κατάλληλες παρεμβάσεις υπάρχει.

Πρόκειται λοιπόν για έκτακτη εισφορά σε λιγνίτες, φυσικό αέριο και υδροηλεκτρικά, το οποίο θα υπολογιστεί από την ΡΑΕ με βάση ένα εύλογο περιθώριο κέρδος που έχει η κάθε μονάδα.

Αυτό το εύλογο περιθώριο που σηκώνει πολλή συζήτηση θα το διερευνήσει και θα το εισηγηθεί η Ρυθμιστική Αρχή.

Τα υπερκέρδη διαμορφώνονται από τις τιμές χονδρεμπορικής στο χρηματιστήριο ενέργειας και τις ιλιγγιώδεις τιμές του φυσικού αερίου που ανέβηκαν 450% μέσα σε 3 μήνες.

Τι θα γίνει με τους καθετοποιημένους παρόχους; Θα συμψηφιστούν και οι ζημιές;

Μεγάλο ερώτημα της αγοράς είναι το τι θα γίνει με τους καθετοποιημένους παρόχους πλην ΔΕΗ, οι οποίοι έχουν και λιανική, που είναι γεμάτη επισφάλειες και ζημίες; Θα συμψηφιστούν αυτές οι ζημιές οπότε η υπόθεση φορολόγηση υπερκερδών κινδυνεύει να μετεξελιχθεί σε μίνι-φιάσκο;

Φαίνεται πως οι μονάδες ηλιακής και αιολικής ενέργειας, βασικές ΑΠΕ δηλαδή, πρακτικά θα εξαιρεθούν από τη φορολόγηση.

Η φορολόγηση των ΑΠΕ, προβλέπει να αμείβονται με εγγυημένη τιμή βάσει των μακροχρόνιων συμβάσεων που έχουν συνάψει (feeding in tariff) και δημιουργούν τα πλεονάσματα του ειδικού λογαριασμού (ΕΛΑΠΕ), με τα οποία επιδοτούνται οι λογαριασμοί από το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης.

Ουσιαστικά επειδή οι ΑΠΕ παράγουν και αμείβονται φθηνότερα από την τιμή που διαμορφώνεται από τους σταθμούς ορυκτών καυσίμων στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, δημιουργούν αυτό το σημαντικό οικονομικό πλεόνασμα που επιστρέφουν στην αγορά.

Τον Οκτώβριο του 2021, τελευταίος μήνας για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί στοιχεία, αυτό το πλεόνασμα ήταν 114 εκατ. ευρώ. Εκτιμάται ότι έως τώρα έχει φτάσει τα 700-900 εκατομμύρια.

 

ΔΕΗ και πετρελαϊκές 

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πόσο πλεόνασμα έχει διανεμηθεί από την ΔΕΗ σε επιδοτήσεις και τι απομένει να διανείμει.

Η ΔΕΗ για τις λιγνιτικές της μονάδες υπολογίζει ότι η διαφορά μεταξύ του μεταβλητού κόστους μιας μονάδας της και της οριακής τιμής συστήματος, επιστρέφει στην αγορά μέσω της πολιτικής των επιδοτήσεων και των εκπτώσεων στους καταναλωτές.

Για τον λόγο αυτό η Επιχείρηση έχει ανακοινώσει ότι ουσιαστικά για το 2021 δεν θα εμφανίσει κέρδη.

Επίσης, από όσα μπορούμε να αντιληφθούμε ως τώρα, η εισφορά δεν αγγίζει τις πετρελαϊκές, γεγονός τουλάχιστον αξιοπερίεργο αφού και οι εταιρίες διύλισης και εμπορίας πετρελαιοειδών έχουν επωφεληθεί τα μέγιστα από την εκτόξευση των τιμών αργού και προϊόντων.