Ρυθμό ανάπτυξης 1,7% περιμένει από την ελληνική οικονομία φέτος η Fitch Ratings, αλλά και μικρή επιτάχυνση στο 1,9% για το 2027 και το 2028, με αποτέλεσμα το χρέος να πέσει κάτω από το 130% του ΑΕΠ έως το 2028 και κάτω από το 120% έως το 2030. Το ευνοϊκό προφίλ χρέους, με μέση περίοδο ωρίμανσης 19 ετών και χαμηλά επιτόκια, μειώνει τους κινδύνους και λειτουργεί σαν ασπίδα για την ελληνική οικονομία απέναντι στις πιθανές αναταράξεις της αγοράς ομολόγων, σημειώνουν οι αναλυτές του οίκου αξιολόγησης.
Όπως επισημαίνει η Fitch, το ελληνικό χρέος μειώθηκε σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 και το 2025, στο το 146% του ΑΕΠ, με τη βοήθεια της ανθεκτικής ανάπτυξης της οικονομίας και των δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Πάντως, σε αυτά τα επίπεδα παραμένει 2,5 φορές υψηλότερο από το μέσο χρέος των χωρών της κατηγορίας ΒΒΒ, που διαμορφώνεται στο 58% του ΑΕΠ.

Σε κάθε περίπτωση, ο οίκος εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται με γρήγορους ρυθμούς, προσεγγίζοντας το 120% έως το 2030. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, προβλέπεται να μειωθεί από τα φετινά επίπεδα του 139,3%, στο 134,1% το 2027 και στο 129,4% το 2028. Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα αναμένεται να διατηρηθούν, στο 0,3% του ΑΕΠ για φέτος και το 2027 και στο 0,4% για το 2028.
Με ταμειακά διαθέσιμα που παραμένουν σε ιστορικό υψηλό, η Αθήνα μπορεί να προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές των διμερών δανείων διάσωσης και να καλύπτει τα ομόλογα που ωριμάζουν τα επόμενα τρία χρόνια, επισημαίνουν οι αναλυτές.
Με φόντο την αναταραχή στην παγκόσμια αγορά κρατικών ομολόγων, ο οίκος διαβλέπει χαμηλό ρίσκο χρηματοδότησης στην Ελλάδα, λόγω του ευνοϊκού προφίλ του χρέους. Με το επιτόκιο στο απόθεμα του χρέους κοντά στο 1,5%, πολύ χαμηλότερα από την τροχιά αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία εκτιμάται περίπου στο 4%, η διαφορά μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίου είναι ευνοϊκή, τονίζουν οι αναλυτές.
Σε μία εποχή που μερικές από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία αναμένεται να εμφανίσουν χρέη άνω του 90% στα τέλη του 2028, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στο κλαμπ των χωρών που ακολουθούν συνετές δημοσιονομικές πολιτικές και μειώνουν τα χρέη τους. Με φόντο αυτή την απόκλιση σε δημοσιονομικές πολιτικές και τροχιές χρέους, η Fitch τονίζει ότι οι τάσεις του δείκτη χρέους/ΑΕΠ αποτελούν τον βασικό παράγοντα πίσω από τις πιστοληπτικές της αξιολογήσεις.

Ενώ οι πιέσεις στις δαπάνες των περισσότερων κρατών εντάθηκαν το 2026, κυρίως λόγω των επιδοτήσεων του ενεργειακού κόστους, της ανάγκης για αυξημένες αμυντικές δαπάνες, της σταδιακής αύξησης των δαπανών για τόκους και του κόστους που σχετίζεται με δημογραφικούς παράγοντες, εντούτοις η Ελλάδα, η Κύπρος και η Πορτογαλία εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να υπεραποδίδουν.
Στο πλαίσιο αυτό, η Fitch σημειώνει ότι η αξιολόγηση ΒΒΒ της Αθήνας στηρίζεται στην επιτάχυνση της δημοσιονομικής και μακροοικονομικής εξυγίανσης των τελευταίων χρόνων, με την ενίσχυση των θεμελιωδών στοιχείων και της αξιοπιστίας των πολιτικών, έστω και εάν η χώρα εξακολουθεί να επιβαρύνεται από την κληρονομιά της κρίσης: Το πολύ υψηλό αλλά σταθερά μειούμενο δημόσιο χρέος, τη σημαντική απώλεια οικονομικής παραγωγής, τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις από τον τραπεζικό τομέα.
Προς σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων
Η Fitch προβλέπει ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων με τα επίπεδα της υπόλοιπης Ευρωζώνης. Αφότου η ανάπτυξη διατηρήθηκε σταθερή, ελαφρώς πάνω από το 2% κατά την περίοδο 2023-2025, ο οίκος βλέπει χαμηλότερο ρυθμό για φέτος, στο 1,7%, κυρίως λόγω των δυσμενών επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν, ωστόσο η οικονομία θα επωφεληθεί από το τελευταίο έτος του Ταμείου Ανάκαμψης.

Μεσοπρόθεσμα, αναμένει σταδιακή σύγκλιση των εισοδημάτων με τις αντίστοιχες οικονομίες της Ευρωζώνης, με βάση έναν εκτιμώμενο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 2%. Η εγχώρια ζήτηση θα παραμείνει ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με ώθηση από τη σταδιακή βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών, τη σταθερή αύξηση της απασχόλησης και τις αυξημένες επενδύσεις.
Ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει από το 3,6% φέτος, στο 2,8% το 2027 και στο 2,4% το 2028.
