Η πολυαναμενόμενη γεωγραφική επέκταση της ΕΥΔΑΠ στις τρεις νέες περιφερειακές ενότητες, της Εύβοιας, της Βοιωτίας και της Φωκίδας προβλέπεται να οδηγήσει στην απορρόφηση περίπου 50 παρόχων ύδρευσης και άρδευσης και συνιστά μια από τις πιο μεγάλες παρεμβάσεις που έχουν επιχειρηθεί στον κλάδο του νερού στην Ελλάδα.
Το εγχείρημα, στο οποίο αναφέρθηκε χθες, Πέμπτη 30/4, ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ κ. Χάρης Σαχίνης κατά την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων του 2025, συνιστά τη μετάβαση από ένα κατακερματισμένο σύστημα πολλών μικρών φορέων σε ένα πιο συγκεντρωμένο και τεχνολογικά εξελιγμένο μοντέλο διαχείρισης υδάτων.
Η πρόκληση ξεκινά από το εύρος της επέκτασης καθώς φορείς με διαφορετικά χαρακτηριστικά, καλούνται να ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο σχήμα. Οι μισοί εξ αυτών προέρχονται από δημοτικές υπηρεσίες ύδρευσης (ΔΕΥΑ) ενώ οι υπόλοιποι σχετίζονται με αρδευτικά δίκτυα, κάτι που προσθέτει μια επιπλέον διάσταση πολυπλοκότητας, καθώς η διαχείριση του νερού για αγροτική χρήση έχει διαφορετικές απαιτήσεις από την αστική ύδρευση. Με την απορρόφηση νέων περιοχών αναμένεται αύξηση κατά 10% της πελατειακής βάσης της ΕΥΔΑΠ.
Η διαδικασία όμως δεν μπορεί να είναι άμεση. Προβλέπεται μια πολυετής μεταβατική περίοδος, που όπως ανέφερε ο κ. Σαχίνης το πρώτο βήμα θα είναι η πλήρης αποτύπωση των υποδομών: ποια δίκτυα υπάρχουν, σε τι κατάσταση βρίσκονται, ποια είναι η αξία τους και ποιες οι ανάγκες αναβάθμισης. Σε πολλές περιπτώσεις, τα στοιχεία είναι ελλιπή ή αποσπασματικά, γεγονός που καθιστά αυτή τη φάση κρίσιμη.
Ακολουθεί η διαμόρφωση ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου, το οποίο θα καθορίζει τα επίπεδα υπηρεσιών, τις επενδύσεις που απαιτούνται και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Η διεθνής εμπειρία, από χώρες όπως η Ολλανδία και η Ιταλία, δείχνει ότι τέτοιες μορφές μετάβασης διαρκούν χρόνια και απαιτούν στενή συνεργασία με ρυθμιστικές αρχές και δημόσιους φορείς.
Το ζήτημα των τιμολογίων αναμένεται να αποτελέσει κομβικό σημείο. Σε περιοχές όπου απαιτούνται μεγάλες επενδύσεις, είναι πιθανό να υπάρξει ανάγκη για αυξήσεις. Ωστόσο, εξήγησε χθες η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργεί ως μηχανισμός εξισορρόπησης, ενώ ο κ. Σαχίνης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για κρατικές επιχορηγήσεις, ώστε να αποφευχθούν ακραίες επιβαρύνσεις στους καταναλωτές.
Η λειψυδρία
Στο άλλο μεγάλο θέμα, της λειψυδρίας, η ΕΥΔΑΠ αναγνώρισε ότι παραμένει ένας διαρκής και υπαρκτός κίνδυνος για την Αττική, τονίζοντας ότι αποτελεί σταθερό στοιχείο σχεδιασμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η εικόνα των αποθεμάτων έχει βελτιωθεί σε σχέση με το προηγούμενο έτος, κυρίως λόγω των αυξημένων βροχοπτώσεων και χιονοπτώσεων μετά τον Ιανουάριο, αλλά και εξαιτίας στοχευμένων παρεμβάσεων της εταιρείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στην ενίσχυση του υδροδοτικού συστήματος κατά περίπου 70 εκατ. κυβικά μέτρα νερού.
Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε χθες παρά τη βελτίωση, τα αποθέματα παραμένουν χαμηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο και σαφώς κάτω από τα επίπεδα πλήρους ασφάλειας, γεγονός που δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Ο κ. Σαχίνης υπογράμμισε ότι η συγκυριακή ενίσχυση των αποθεμάτων δεν αλλάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό.
Σε ερώτηση του newmoney, πώς εξελίσσεται το σχέδιο για το μεγάλο έργο του Εύρυτου, που αποτελεί κεντρική παρέμβαση για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας φάνηκε ότι το έργο βρίσκεται ακόμη σε πολύ αρχικό στάδιο.
Ανεβαίνει το κόστος της υποδομής
Ωστόσο η ΕΥΔΑΠ παραδέχτηκε ότι έχει υπάρξει αναθεώρηση προς τα πάνω του προϋπολογισμού σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις που τοποθετούσαν το κόστος κοντά στα 500–550 εκατ. ευρώ. Η νέα αξιολόγηση προσδιορίζει τον προϋπολογισμό στα 750 εκατ. ευρώ, στο πλαίσιο μιας πιο ολοκληρωμένης τεχνικοοικονομικής αξιολόγησης. Η διοίκηση ξεκαθάρισε ότι το έργο δεν ανήκει στην ίδια, αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έχει και την πλήρη αρμοδιότητα για τον σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση και την υλοποίησή του.
Παρά την αύξηση του προϋπολογισμού, η διοίκηση υπογράμμισε πάντως ότι πρόκειται για τη φθηνότερη διαθέσιμη λύση υδροδότησης της Αττικής σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Κομβικό στοιχείο είναι ότι το έργο λειτουργεί με φυσική ροή (βαρύτητα), χωρίς ενεργειακό κόστος μεταφοράς νερού, γεγονός που περιορίζει σημαντικά το λειτουργικό κόστος.
Σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν, το κόστος νερού από το έργο θα μπορούσε να διαμορφωθεί περίπου στα 0,16 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ σε περίπτωση μερικής επιδότησης δεδομένου του «πράσινου» χαρακτήρα του έργου, θα μπορούσε να μειωθεί ακόμη και στο μισό. Η σύγκριση με εναλλακτικές λύσεις, όπως η αφαλάτωση, όπου το κόστος φτάνει περίπου το 1 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, αναδεικνύει τη σημαντική οικονομική του υπεροχή.
Ωστόσο, τονίστηκε ότι το έργο βρίσκεται ακόμη σε φάση επεξεργασίας από το Δημόσιο και δεν έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις ως προς την προώθηση ή τη χρηματοδότησή του. Στην παρουσίαση πάντως που έγινε, το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης ξεκινούσε αρχές του 2029.
Οι υποδομές από Ελληνικό έως την Ψυτάλλεια
Πέρα από τα έργα λειψυδρίας, η ΕΥΔΑΠ χαράσσει την στρατηγική επέκτασης των δραστηριοτήτων της, η οποία συνδέεται άμεσα με ένα ευρύτερο επενδυτικό πρόγραμμα που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Στο επίκεντρο της παρουσίασης βρέθηκαν τα έργα που συνδέονται με την ανάπτυξη του Ελληνικό και τη συνολική αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου της νότιας Αθήνας, όπου δρομολογούνται δύο σημαντικές παρεμβάσεις. Η πρώτη αφορά την ενίσχυση της υδροδότησης της ευρύτερης περιοχής, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες που δημιουργεί η ταχεία ανάπτυξη, με αιχμή το Ελληνικό.
Η παρέμβαση, η οποία έχει ήδη λάβει το «πράσινο φως» από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΥΔΑΠ, προβλέπει τη διοχέτευση μεγαλύτερων ποσοτήτων νερού από το υδροδοτικό σύστημα του Γαλατσίου, μέσω της μονάδας επεξεργασίας στον Περισσό, προς τα νότια προάστια.
Το έργο χαρακτηρίζεται τεχνικά απαιτητικό, καθώς θα αναπτυχθεί μέσα στον αστικό ιστό, με τη χάραξή του να διατρέχει πυκνοκατοικημένες περιοχές όπως η Δροσοπούλου και τα Εξάρχεια, πριν καταλήξει, μέσω της λεωφόρου Βουλιαγμένης, στο παραλιακό μέτωπο. Ο προϋπολογισμός εκτιμάται στα 20 εκατ. ευρώ, με ορίζοντα ολοκλήρωσης τα τέσσερα χρόνια.
Εναλλακτικά σενάρια που εξετάστηκαν, όπως η κατασκευή υπόγειας σήραγγας κάτω από την πόλη, απορρίφθηκαν λόγω του υπερβολικού κόστους, το οποίο θα μπορούσε να φτάσει έως και το 1 δισ. ευρώ. Η επιλεγμένη λύση θεωρείται η πλέον ρεαλιστική και οικονομικά βιώσιμη, παρά τις αναπόφευκτες δυσκολίες και την όχληση που συνεπάγεται για τον αστικό ιστό, καθώς εντάσσεται σε μια συνολική προσπάθεια ενίσχυσης και εκσυγχρονισμού των υποδομών ύδρευσης.
Στο Ελληνικό, σε συνεργασία με τη Lamda Development, υλοποιείται επίσης ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης νερού, το οποίο περιλαμβάνει δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης και επαναχρησιμοποίησης. Οι βασικές υποδομές έχουν ήδη κατασκευαστεί και σταδιακά ενσωματώνονται στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ.
Το παραγόμενο καθαρό νερό δεν θα απορρίπτεται, αλλά θα επαναχρησιμοποιείται για άρδευση, τόσο για το μεγάλο πάρκο του Ελληνικού όσο και για το γκολφ και άλλους χώρους πρασίνου. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο λειτουργεί ως παράδειγμα μιας πιο ολιστικής προσέγγισης, όπου το νερό αντιμετωπίζεται ως πολύτιμος πόρος που πρέπει να επαναξιοποιείται.
Όπως τόνισε ο κ. Σαχίνης, αυτός ο συνδυασμός — μεταφορά επιπλέον πόσιμου νερού για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών και ταυτόχρονη αξιοποίηση των λυμάτων για δευτερεύουσες χρήσεις — αποτυπώνει τη φιλοσοφία της εταιρείας για το μέλλον. Το Ελληνικό, όπως ανέφερε, αποτελεί ένα «καλό παράδειγμα» του πώς μπορεί να οργανωθεί συνολικά η διαχείριση του νερού σε μια μεγάλη αστική ανάπτυξη, με στόχο τη βιωσιμότητα και τη μείωση της σπατάλης πόρων.
H σύνδεση με τη Ρεβυθούσα
Σε άλλο σημείο της χθεσινής παρουσίασης, ο επικεφαλής της ΕΥΔΑΠ, περιέγραψε και ένα επιπλέον έργο που προβλέπει την διασύνδεση της Ψυτάλλειας με τη Ρεβυθούσα. Ο κ. Σαχίνης εξήγησε ότι η σημασία του δεν είναι τυχαία. Η Ρεβυθούσα αποτελεί ήδη έναν ενεργειακό κόμβο, και στο πλαίσιο του νέου έργου εξετάζεται η αξιοποίησή της ως σημείο συγκέντρωσης και διαχείρισης διοξειδίου του άνθρακα. Η ιδέα είναι να δημιουργηθεί μια σύνδεση με την Ψυτάλλεια, ώστε το CO₂ που παράγεται από τις διεργασίες επεξεργασίας να μπορεί να μεταφέρεται και από εκεί να κατευθύνεται προς αποθήκευση. Όπως ανέφερε, πρόκειται για ένα «πολύ ωραίο αλλά και πολύ σύνθετο έργο», το οποίο εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική σύζευξης περιβαλλοντικών και ενεργειακών υποδομών. Η σύνδεση δύο νησιωτικών εγκαταστάσεων για τη διαχείριση CO₂ είναι κάτι που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχει ευρεία εφαρμογή διεθνώς, γεγονός που εξηγεί και τον αυξημένο βαθμό δυσκολίας αλλά και το ενδιαφέρον του project.
Ψηφιοποίηση και απώλειες: το στοίχημα της αποδοτικότητας
Παράλληλα με τα μεγάλα έργα, η ΕΥΔΑΠ προχωρά σε εκτεταμένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του δικτύου της, με αιχμή την αντικατάσταση 2,5 εκατομμυρίων υδρομέτρων με «έξυπνες» συσκευές. Η κίνηση αυτή αναμένεται να αλλάξει ριζικά τον τρόπο παρακολούθησης της κατανάλωσης, επιτρέποντας την καταγραφή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και την άμεση ανίχνευση διαρροών, ακόμη και σε επίπεδο νοικοκυριού.
Το έργο βρίσκεται σε φάση σχεδιασμού ως προς τη χρηματοδότησή του, με στόχο να αξιοποιηθούν ευρωπαϊκοί πόροι και επιχορηγήσεις, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση των καταναλωτών. Παράλληλα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική μείωσης των απωλειών νερού.
Σήμερα, οι πραγματικές διαρροές εκτιμώνται περίπου στο 15%, με στόχο να περιοριστούν στο 10% μέσα στα επόμενα χρόνια. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, υλοποιείται πρόγραμμα επενδύσεων ύψους περίπου 250 εκατ. ευρώ, το οποίο βασίζεται σε στοχευμένες παρεμβάσεις και στη χρήση προηγμένων εργαλείων ανάλυσης και πρόβλεψης βλαβών.
Η πλήρης εξάλειψη των διαρροών δεν θεωρείται ρεαλιστικός στόχος, καθώς θα απαιτούσε δυσανάλογα μεγάλες επενδύσεις, της τάξης δισεκατομμυρίων ευρώ. Αντίθετα, η στρατηγική επικεντρώνεται στην επίτευξη ενός «βέλτιστου» επιπέδου απωλειών, όπου το κόστος των παρεμβάσεων ισορροπεί με τα οφέλη.

