Στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 3,5 ετών εκτινάχθηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2026, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη πίεση στις τιμές και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών σημειώνει η Εurobank στο εβδομαδιαίο δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία».
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, επιταχύνθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο, καταγράφοντας αύξηση 1,4 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε έναν μήνα.
Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση από τον Μάρτιο του 2023, γεγονός που αναδεικνύει την ένταση των πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία.
Ανοδική πορεία ακολούθησε και ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, φτάνοντας στο 3,8%, επίσης σε υψηλό τριετίας. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικά υψηλότερο ρυθμό αύξησης των τιμών, με τη διαφορά να διαμορφώνεται στις 1,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις πρόσθετες πιέσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, καθώς η δυσμενής διεθνής συγκυρία συνδυάζεται με εγχώριες διαρθρωτικές αδυναμίες, διατηρώντας τον πληθωρισμό σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Ο μηνιαίος πληθωρισμός, δηλαδή η μεταβολή του ΕνΔΤΚ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, κατέγραψε επίσης σημαντική αύξηση, στο 1,8% από 0,4% τον Αυγ-26 και ήταν ο δεύτερος υψηλότερος στην Ευρωζώνη μετά από αυτόν της Ιταλίας. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στην επέκταση της περιόδου των εκπτώσεων στον Αύγουστο, με τις τιμές να επιστρέφουν τον Σεπτέμβριο στα «κανονικά» (προ εκπτώσεων) επίπεδά τους.
Ο «πληθωρισμός του πολέμου»
Η επιτάχυνση του πληθωρισμού από τον Μαρ-26 και έπειτα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, με τον ετήσιο πληθωρισμό στην ενέργεια να αγγίζει το 25,4% τον Σεπ-26 έναντι 15,4% τον Αυγ-26. Ο αποκλεισμός των στενών του Ορμούζ – θαλάσσιας οδού από την οποία διερχόταν το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου πριν τον πόλεμο – τα χτυπήματα κατά σκαφών και οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου επέφεραν ισχυρό πλήγμα τόσο στην παραγωγή όσο και στη μεταφορά πετρελαίου, άλλα και φυσικού αερίου. Βορειότερα, η κλιμάκωση του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας με πλήγματα σε διυλιστήρια και άλλες ενεργειακές εγκαταστάσεις περιόρισαν την προσφορά και επεξεργασμένων προϊόντων πετρελαίου. Αν και οι ροές από τις χώρες του Κόλπου έχουν ανακάμψει σε σημαντικό βαθμό χάρη στην αύξηση της μεταφορικής κίνησης στο Ορμούζ και τη χρήση εναλλακτικών επίγειων διόδων, οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας δεν έχουν υποχωρήσει. Τα εμπόδια στην πλευρά της προσφοράς παραμένουν, τα ασφάλιστρα κινδύνου είναι σημαντικά αυξημένα και τα μεταφορικά κόστη διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι απειλές για τη ναυσιπλοΐα έχουν επεκταθεί στην Ερυθρά Θάλασσα και στη Μαύρη Θάλασσα.
Σε αυτό το σημείο είναι σκόπιμο να υπενθυμιστεί ότι ο πληθωρισμός δεν αποτυπώνει το επίπεδο των τιμών ή την «ακρίβεια» όπως συχνά αναφέρεται. Αποτελεί μια ποσοτικοποίηση του ρυθμού με τον οποίο αυξάνεται (ή μειώνεται) το επίπεδο των τιμών, βάσει ενός αντιπροσωπευτικού πακέτου αγαθών και υπηρεσιών. Συνεπώς, η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών εξαρτάται περισσότερο από το επίπεδο της τιμής του αντιπροσωπευτικού αυτού πακέτου – ήτοι, τη μακροχρόνια τάση ή τη «συσσώρευση» – του πληθωρισμού και το πώς αυτή συγκρίνεται με τη σωρευτική μεταβολή των εισοδημάτων, παρά από τις εκάστοτε, πιθανόν περιστασιακά ακραία υψηλές ή χαμηλές τιμές που λαμβάνει ο πληθωρισμός ανά μήνα.
Υπό αυτό το πρίσμα, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε τη σωρευμένη επίδραση του πολέμου στο Ιράν μέσω του πληθωρισμού στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών στην Ελλάδα. Η σύγκρουση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου. Την περίοδο από τον Μάρ-26 έως και τον Σεπ-26, το μέσο επίπεδο τιμών στην Ελλάδα βάσει του ΕνΔΤΚ ήταν υψηλότερο κατά 4,0% κατά μέσο όρο σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Φυσικά δεν θα ήταν σωστό να αποδώσουμε όλη αυτή την αύξηση στις επιπτώσεις του πολέμου, καθώς και την περίοδο πριν το ξέσπασμά του ο πληθωρισμός βρισκόταν σε θετικά επίπεδα: Το 2025 έκλεισε στο 2,9%, υψηλότερα από τον στόχο πέριξ του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Το μεγαλύτερο μέρος του πληθωρισμού την προαναφερθείσα περίοδο, περίπου το 55% ή 2,2πμ από τις 4πμ, προήλθε από την αύξηση των τιμών των Υπηρεσιών (Διάγραμμα 2). Σημαντική ήταν και η επίδραση των τιμών της Ενέργειας (1,3πμ στις 4πμ ή το 33% της συνολικής αύξησης), ενώ μικρότερη συνεισφορά είχαν τα Τρόφιμα (0,4πμ ή το 33% της αύξησης) και αμελητέα τα υπόλοιπα προϊόντα («Μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά»· 0,1πμ ή το 1% της αύξησης).

Αν και λεπτομερή στοιχεία για το Σεπ-26 δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμα, βάσει των στοιχείων μέχρι και τον Αυγ-26, η αύξηση του επιπέδου τιμών των Υπηρεσιών προέρχεται πρωτίστως από την υποκατηγορία των Υπηρεσιών αναψυχής (συμπ. επισκευών και προσωπικής φροντίδας) και δευτερευόντως από αυτή των Υπηρεσιών Στέγασης.
Όπως προαναφέραμε, η σημαντικότερη και αμεσότερη επίδραση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν και των συμμάχων τους στον πληθωρισμό μεταφέρεται μέσω των τιμών των ενεργειακών αγαθών: Την περίοδο από τον Μαρ-26 έως τον Σεπ-26, η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent στις ευρωπαϊκές αγορές ήταν αυξημένη κατά 39% συγκριτικά με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ για το φυσικό αέριο (TTF στην ηλεκτρονικό χρηματιστήριο της Ολλανδίας) ήταν ακριβότερο κατά 54%. Αυτό είχε ως συνέπεια το επίπεδο τιμών στην κατηγορία της Ενέργειας στην Ελλάδα να αυξηθεί κατά 16,7% ετησίως την ίδια περίοδο. Η αντίστοιχη αύξηση στην Ευρωζώνη ήταν 11,2%.
Διάχυση του ενεργειακού πληθωρισμού
Οι επιπτώσεις του πολέμου όμως δεν περιορίζονται στην αγορά ενέργειας, αλλά επηρεάζονται έμμεσα και άλλες αγορές, ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις τιμές μη ενεργειακών αγαθών – μέσω του κόστους των πρώτων υλών, παραγωγής και μεταφοράς – και υπηρεσιών. Ο πυρήνας του πληθωρισμού αποτυπώνει την αύξηση του επιπέδου των τιμών εξαιρώντας την επίδραση από συνιστώσες που μεταβάλλονται έντονα είτε λόγω διεθνών συνθηκών, όπως η ενέργεια, είτε λόγω καιρικών συνθηκών, όπως τα τρόφιμα, είτε λόγω φορολογίας, όπως το αλκοόλ και τα καπνικά προϊόντα. Καταγράφει, δηλαδή, την πιο δομική ή «μόνιμη» τάση του επιπέδου των τιμών. Την περίοδο Μαρ–Σεπ-26, ο πυρήνας του πληθωρισμού στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,3% έναντι 3,8% την ίδια περίοδο του 2025, σημάδι ότι οι πιέσεις πίσω από την άνοδο του επιπέδου των τιμών οφείλονταν μέχρι στιγμής σε παροδικούς παράγοντες. Αν όμως οι πιέσεις στην Ενέργεια ή τα Τρόφιμα επιμείνουν για ικανό χρονικό, τότε φυσικά περνούν στον πυρήνα μέσω της δευτερογενούς επίδρασης τους στο μισθολογικό κόστος και στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Αυτό ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται, με το σχετικό ρυθμό αύξησής το Σεπ‑26 να αγγίζει το 4,5% σε ετήσια βάση, από 2,7% τον Μαρ-26 (Διάγραμμα 3). Στην Ευρωζώνη ο πυρήνας του πληθωρισμού σημείωσε ηπιότερη αύξηση, στο 2,4%, χωρίς να διαφαίνεται ακόμα ανάλογη τάση επιτάχυνσης.

Οι εσωτερικοί παράγοντες
Μια ακόμα παρατήρηση πηγάζει από την παρούσα ανάλυση: Την τελευταία τριετία, μετά τη σταδιακή εξασθένηση του πληθωριστικού σοκ που προήλθε από το μεταπανδημικό άνοιγμα της οικονομίας και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει σταθερά υψηλότερα όχι μόνο από τον στόχο της ΕΚΤ, αλλά και από τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη. Η εξήγηση βρίσκεται, μεταξύ άλλων, σε δύο γενικούς και δύο πιο ειδικούς λόγους:
- Η ελληνική οικονομία μεταπανδημικά μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά ταχύτερο από αυτό της Ευρωζώνης: 2,1% το 2023, 2,1% το 2024 και 2,1% το 2025 έναντι 0,4%, 0,9% και 1,4% αντίστοιχα. Το α’ εξάμηνο του 2026 τα αντίστοιχα μεγέθη ήταν 1,9% και 0,9%. Είναι συνεπώς αναμενόμενο η ενεργή ζήτηση να αυξάνεται ταχύτερα στην Ελλάδα. Καθώς η οικονομία πλησιάζει στο δυνητικό προϊόν της, δημιουργούνται στενώσεις στις αγορές αγαθών και – ιδίως – εργασίας, ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
- Οι αγορές αγαθών και υπηρεσιών στην Ελλάδα είναι λιγότερο ανεπτυγμένες, έχουν μικρότερο βάθος και ο ανταγωνισμός σε πολλές από αυτές είναι πιο ασθενής συγκριτικά με την Ευρωζώνη. Ως εκ τούτου, δημιουργούνται στενώσεις σε περισσότερα στάδια των αλυσίδων παραγωγής, μεταφοράς και διανομής αγαθών και παροχής υπηρεσιών, τα οποία μεταφράζονται σε μεγαλύτερα περιθώρια στις τιμές. Η μεγαλύτερη οριακή ροπή προς κατανάλωση ενισχύει περαιτέρω αυτή την τάση.
- Όσον αφορά τον πληθωρισμό στις υπηρεσίες, μέρος της δυναμικής του ανάγεται στις ανισορροπίες που χαρακτηρίζουν την αγορά εργασίας στην Ελλάδα. Η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παραμένοντας όμως σημαντικά υψηλότερα του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Εντούτοις, αρκετοί κλάδοι αντιμετωπίζουν χρόνιες ελλείψεις εργατικού δυναμικού, με προεξάρχοντες τον τουρισμό, τη μεταποίηση και τις κατασκευές. Σημαντικές προκλήσεις στην πλήρωση των κενών θέσεων υπάρχουν και σε οριζόντια βάση, δηλαδή σε συγκεκριμένες ειδικότητες που διατρέχουν πολλούς κλάδους. Παραδείγματα είναι οι τομείς αιχμής (π.χ. πληροφορική, επεξεργασία δεδομένων) όσο και κάποιες τεχνικές εργασίες (π.χ. εργοδηγοί, ειδικευμένοι τεχνίτες). Το αυξημένο κόστος που δημιουργούν αυτές οι ελλείψεις περνά στις τιμές των τελικών υπηρεσιών.
- Η αγορά ενέργειας στην Ελλάδα συγκεντρώνει κάποια χαρακτηριστικά που συνδυαστικά την κάνουν πιο ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές, ιδίως σε αυτές που πλήττουν την αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου: (α) Είναι το κράτος-μέλος της ΕΕ με την τέταρτη μεγαλύτερη ενεργειακή εξάρτηση από το εξωτερικό, με τις καθαρές εισαγωγές ενέργειας να αντιστοιχούν στο 78% της συνολικής διαθέσιμης ενέργειας στη χώρα το 2024. Ο μέσος όρος της ΕΕ27 ήταν μόλις στο 57%. (β) Το 61% της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ελλάδα (βάσει των πιο πρόσφατων στοιχείων, του 2024) προέρχεται από προϊόντα πετρελαίου και φυσικό αέριο, έναντι 59% στην Ευρωζώνη. (γ) Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης έχει την πέμπτη μεγαλύτερη εξάρτηση από τα πετρελαιοειδή και ιδίως το φυσικό αέριο στην ΕΕ27, στο 46% του συνόλου (2025) έναντι μέσου όρου 37% στην Ευρωζώνη.
Φυσικά, δοθέντος χρόνου, οι πληθωριστικές πιέσεις στις υπηρεσίες και την ενέργεια διαχέονται και στις υπόλοιπες αγορές.
Οι βραχυχρόνιες προοπτικές
Οι πληθωριστικές πιέσεις αναμένονται να συνεχιστούν – και πιθανώς να ενταθούν – τουλάχιστον τους επόμενους μήνες. Η συνέχιση της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία διατηρεί την αβεβαιότητα και αυξάνει την ανησυχία στην αγορά ενέργειας καθώς μπαίνουμε στο χειμώνα χωρίς να διαφαίνεται κάποια προοπτική τερματισμού των συγκρούσεων άμεσα, ή τουλάχιστον πριν τον Νοέμβριο. Επιπλέον, στην Ελλάδα συντρέχει και ένας τεχνικός λόγος: Λόγω του σχετικά χαμηλού επιπέδου του ΕνΔΤΚ τον Οκτ-25 (ετήσιος πληθωρισμός 1,6%, μηνιαίος πληθωρισμός -0,1%) τα αποτελέσματα βάσης τον τρέχοντα μήνα ενδέχεται να είναι αρκετά ισχυρά, ωθώντας το ρυθμό αύξησης του ΕνΔΤΚ σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα.