Η πρόθεση των ΗΠΑ να ανασυγκροτήσουν το Αφγανιστάν δεν ευοδώθηκε, καθώς εξ αρχής οι προσπάθειές τους υπονομεύονταν από στρατηγικά προβλήματα, κοντόφθαλμες προσεγγίσεις και πολιτιστική άγνοια.

Αυτό επισημαίνει ο ανεξάρτητος Ειδικός Γενικός Επιθεωρητής για την Ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν, σε μια ειλικρινή και σε πολλά σημεία ιδιαίτερα επικριτική έκθεσή του που δημοσιεύθηκε την Τρίτη.

Μια έκθεση από την οποία προκύπτουν επτά ευρύτερα “μαθήματα” που έδωσε ο 20ετής πόλεμος, που έληξε με τους Ταλιμπάν να ανακτούν την εξουσία της χώρας την τρέχουσα εβδομάδα.

Πρώτον, το Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέτυχαν να χαράξουν μια ξεκάθαρη στρατηγική, υποστηρίζει ο Ειδικός Γενικός Επιθεωρητής, προσθέτοντας ότι οι στόχοι τους -συμπεριλαμβανομένων της οριστικής επικράτησης επί των Ταλιμπάν, της εξάλειψης της διαφθοράς και της ανοικοδόμησης της χώρας- διευρύνθηκαν με την πάροδο του χρόνου και ορισμένες φορές δεν ήταν ανάλογοι των δυνατοτήτων των ΗΠΑ.

Δεύτερον, οι ΗΠΑ έλαβαν κοντόφθαλμες αποφάσεις και υποτίμησαν πόσος καιρός θα απαιτηθεί για την επίτευξη των στόχων τους, συχνά μοιράζοντας χρήμα σε ένα διεφθαρμένο-δωροδοκούμενο σύστημα και μεταφέροντας τακτικά τα στρατεύματά τους από περιοχή σε περιοχή, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να εφαρμοστούν “20 προσπάθειες ανασυγκρότησης, αντί για ένα συνολικό 20ετές εγχείρημα”.

Τρίτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα πάντα με τον Ειδικό Γενικό Επιθεωρητή, ουδέποτε κατανόησαν ουσιαστικά την πολιτική και πολιτιστική κουλτούρα των Αφγανών.

Τροφοδότησαν τη διαφθορά σε ορισμένους νέους θεσμούς, συνέστησαν ένα νομικό σύστημα άγνωστο και ακατανόητο σε πολλούς Αφγανούς, επιδείνωσαν τις εγχώριες διαμάχες υποστηρίζοντας ακούσια τη μία πλευρά και απέτυχαν σε πολλές περιπτώσεις να κατανοήσουν την περίπλοκη κουλτούρα της χώρας όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλλων.

Τέταρτον, συχνά η υλοποίηση των αναπτυξιακών έργων δεν συνοδευόταν από μακροπρόθεσμη στρατηγική αξιοποίησής τους, με αποτέλεσμα να δαπανηθούν δισεκατομμύρια δολάρια για δρόμους, νοσοκομεία, μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και άλλα έργα υποδομής, τα οποία στη συνέχεια ερήμωσαν ή εγκαταλείφθηκαν καθώς η αφγανική κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να τα συντηρήσει.

Πέμπτον, οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις και οι οργανισμοί παροχής βοήθειας δεν διέθεταν αρκετό εξειδικευμένο προσωπικό στη χώρα, ενώ υφίσταντο “τακτικούς κλυδωνισμούς” καθώς έμπειρο προσωπικό επέστρεφε στις ΗΠΑ και αντικαθίσταντο από νέα πρόσωπα.

Για παράδειγμα, γίνεται αναφορά στην έλλειψη εμπειρίας ορισμένων αμερικανικών δυνάμεων, οι οποίες προκειμένου να μπορέσουν να εκπαιδεύσουν την αφγανική αστυνομία, “προετοιμάστηκαν” παρακολουθώντας τηλεοπτικές σειρές όπως το NCIS και το Cops.

Έκτον, μεγάλα τμήματα του Αφγανιστάν εξακολουθούσαν να μην είναι ασφαλή. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι αντάρτες να παρεμποδίζουν τις προσπάθειες οικονομικής ανάπτυξης, αναγκάζοντας παράλληλα ελλιπώς εκπαιδευμένα αφγανικά στρατεύματα να αναπτυχθούν για τη φύλαξη των περιοχών.

Δυσκόλεψαν, δε, τη λειτουργία ασφαλών και προσβάσιμων εκλογικών κέντρων κατά τη διάρκεια των εκλογών που διεξήχθησαν στη χώρα.

Τέλος, ο Ειδικός Γενικός Επιθεωρητής υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν αφιέρωσε αρκετό χρόνο προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι παρεμβάσεις της ήταν επιτυχημένες ή να μάθει από τα λάθη της.

“Είκοσι χρόνια μετά, πολλά έχουν βελτιωθεί, ενώ πολλά άλλα όχι”, αναφέρει ο ανεξάρτητος Ειδικός Γενικός Επιθεωρητής για την Ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν στην έκθεσή του.

Για να καταλήξει στην εξής διαπίστωση: “Εάν στόχος ήταν η ανοικοδόμηση μιας χώρας που μπορεί να σταθεί μόνη στα πόδια της και που δεν θα απειλεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ, η συνολική εικόνα είναι ζοφερή”.

Η επέμβαση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν

Ο πόλεμος με το Αφγανιστάν είναι ο μακροβιότερος στην ιστορία των ΗΠΑ. Ξεκίνησε με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ, μετά την οποία οι Ταλιμπάν -μια ακραία φονταμενταλιστική ομάδα που ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας από το 1996 έως το 2001- αρνήθηκε να παραδώσει στην Ουάσιγκτον τον επικεφαλής της Αλ Κάιντα, Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Οι αμερικανικές δυνάμεις και ντόπιοι μαχητές εκδίωξαν σε σύντομο χρονικό διάστημα τους Ταλιμπάν από την εξουσία, αλλά οι προσπάθειές τους να διατηρήσουν τα κατακτηθέντα εδάφη, να αποκρούσουν τις επιθέσεις των Ταλιμπάν, να εγκαθιδρύσουν μια νέα αφγανική κυβέρνηση και να εκπαιδεύσουν-εξοπλίσουν εγχώριες δυνάμεις ασφαλείας κράτησαν δεκαετίες.

Μετά από έναν πολυετή, κουραστικό πόλεμο, η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και οι Ταλιμπάν διαπραγματεύθηκαν την αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων έως το 2021, ενώ ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, που ανέλαβε την προεδρία στις αρχές του έτους, όρισε ως ημερομηνία οριστικής αποχώρησης από την χώρα την 31η Αυγούστου.

Ωστόσο, παρά την 20ετή συνδρομή των ΗΠΑ, οι αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας κατέρρευσαν μέσα σε λίγες εβδομάδες και οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την πρωτεύουσα Καμπούλ την Κυριακή, τρέποντας σε φυγή την κυβέρνηση που είχε συσταθεί με την υποστήριξη των ΗΠΑ.

Ο ρόλος του Ειδικού Γενικού Επιθεωρητή

Ο Ειδικός Γενικός Επιθεωρητής για την Ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν παρακολουθεί τις προσπάθειες των ΗΠΑ από τότε που το Κογκρέσο συνέστησε τον θεσμό, το 2008. Διεξάγει ελέγχους και έρευνες για τα προγράμματα που χρηματοδοτούν οι ΗΠΑ στη χώρα, ενώ συγκεντρώνει στοιχεία από Αμερικανούς αξιωματούχους και Αφγανούς συνεργάτες τους, συντάσσοντας εκθέσεις για τα διδάγματα που αντλούνται από την αφγανική εμπειρία.

Στην 140 σελίδων έκθεσή του που δημοσιεύθηκε την Τρίτη -που αποτελεί την τελευταία ανασκόπηση του πολέμου- δεν γίνεται αναφορά στην κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν, ωστόσο δεδομένου και του χρόνου δημοσίευσής της αποτελεί μια ξεκάθαρη κριτική κατά του 20ετούς πολέμου.

“Ας προσπαθήσουμε να μάθουμε κάτι από αυτά τα 20 χρόνια, ώστε να μην επαναλάβουμε κάτι τόσο κακό, και τόσο κοστοβόρο σε χρήμα, χρόνο, ενέργεια και ανθρώπινες ζωές”, δήλωσε ο Ειδικός Γενικός Επιθεωρητής Τζον Σόπκο, μιλώντας στο δίκτυο NPR την Τρίτη.

Το κόστος και… οι διαφωνίες

Σύμφωνα με την έκθεση του Ειδικού Γενικού Επιθεωρητή, τα χρήματα που δαπάνησαν οι ΗΠΑ σε αυτό το διάστημα των 20 ετών για την ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν, ανέρχονται στο ποσό των 145 δισ. δολαρίων, όπου περιλαμβάνονται και κεφάλαια άνω των 83 δισ. δολαρίων για την ανάπτυξη των δυνάμεων άμυνας και ασφάλειας της χώρας.

Συνολικά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει δαπανήσει περίπου 2,6 τρισ. δολάρια στον πόλεμο του Αφγανιστάν, χωρίς να υπολογίζονται οι υποδομές και μη στρατιωτικές δράσεις, σύμφωνα με την έρευνα “Costs of War” του Πανεπιστημίου Brown.

Η Νέτα Κρόφορντ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Βοστώνης που συνέδραμε στην εκπόνηση της έρευνας, λέει στο Forbes ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποτίμησαν το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος του πολέμου. “Συχνά, θεωρούμε ότι ο πόλεμος αποτελεί την καλύτερη επιλογή, …και δεν συνειδητοποιούμε πόσο υπερκτιμούμε την αποτελεσματικότητα του πολέμου και υποτιμούμε αυτά που μπορούν να πάνε στραβά”, σημειώνει.

Καθώς, δε, οι Ταλιμπάν επιστρέφουν στην εξουσία, πολλοί ειδικοί αμφισβητούν το αν η προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν εξαρχής καταδικασμένη. Ο Μπιλ Ρότζιο, ανώτερος συνεργάτης του Ιδρύματος για την Προάσπιση των Δημοκρατιών, υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να προσπαθήσουν να εγκαθιδρύσουν νέα κυβέρνηση και νέους πολιτικούς θεσμούς στο Αφγανιστάν μετά την εκδίωξη των Ταλιμπάν, αλλά η προσπάθειά τους υπονομεύθηκε από λάθη και από το γεγονός ότι αφγανική κυβέρνηση που υποστήριξαν οι ΗΠΑ δεν ευθυγραμμιζόταν με τις ανάγκες της χώρας.

“Δεν κατανοήσαμε τη φύση του εχθρού που πολεμούσαμε. Ποτέ δεν καταλάβαμε τον μοναδικό στόχο των Ταλιμπάν να εγκαθιδρύσουν το ισλαμικό εμιράτο”, επισημαίνει ο Ρότζιο στο Forbes.

Στον αντίποδα, ο Άντριου Μπέικβιτς, ο οποίος ηγείται του Quincy Institute for Responsible Statecraft και ο οποίος επί χρόνια επέκρινε την αμερικανική επέμβαση στο Αφγανιστάν, χαρακτήρισε τους στόχους των Ηνωμένων Πολιτειών για το Αφγανιστάν “εξαιρετικά υπερφίαλους” και τελικά ανέφικτους. “Τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ καλύτερα εάν είχαμε θέσει πιο μετριοπαθείς στόχους εξαρχής”, σημειώνει στο Forbes.

Αφγανιστάν: Μητέρες πετούν τα μωρά τους σε στρατιώτες