Σαφή στήριξη στο μοντέλο της συλλογικής ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ παρείχε η Ρένα Δούρου από το βήμα της Κεντρικής Επιτροπής, την ώρα που στο εσωτερικό του κόμματος είχε ανοίξει εκ νέου η συζήτηση για συνέδριο και εκλογή αρχηγού από τη βάση.
Η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας χαρακτήρισε τη συλλογική ηγεσία «βαθιά αριστερή επιλογή» και υποστήριξε ότι δεν αποτελεί ούτε προσωρινή λύση ούτε «καταφύγιο αδυναμίας». Η παρέμβασή της ήρθε την ίδια ημέρα που η Κεντρική Επιτροπή απέρριψε την πρόταση του Παύλου Πολάκη για συνέδριο τον Ιανουάριο και νέα εκλογή αρχηγού.
«Δεν χρειαζόμαστε άλλους σωτήρες»
Η Ρένα Δούρου άφησε σαφείς αιχμές για όσα προηγήθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ, τονίζοντας ότι το κόμμα πέρασε μια περίοδο «πολιτικής ασάφειας» που επηρέασε αρνητικά την κοινοβουλευτική του παρουσία.
«Δεν χρειαζόμαστε άλλους σωτήρες, χρειαζόμαστε συντρόφους», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέτοντας το ζήτημα της εσωκομματικής λειτουργίας και της σχέσης ανάμεσα στον εκάστοτε αρχηγό και το κόμμα.
Όπως είπε, «επιτρέψαμε στο εγώ να εκτοπίσει το εμείς», ενώ άσκησε κριτική στη λογική κατά την οποία οι νίκες πιστώνονται αποκλειστικά στην ηγεσία και οι ήττες στους υπόλοιπους.
«Κόμμα με ηγεσία, όχι με ιδιοκτήτη»
Η κ. Δούρου υποστήριξε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να λειτουργεί ως κόμμα με ενεργά μέλη και συλλογικές αποφάσεις.
«Θέλουμε κόμμα με ηγεσία, όχι με ιδιοκτήτη», ήταν μία ακόμη χαρακτηριστική φράση της, με την ίδια να υποστηρίζει ότι η συλλογικότητα συνδέεται με την πολιτική αυτοπεποίθηση και όχι με την αδυναμία.
«Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εδώ»
Παράλληλα, επιχείρησε να εκπέμψει μήνυμα πολιτικής αντοχής.
«Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εδώ», ανέφερε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι το κόμμα θα βρίσκεται και στην επόμενη Βουλή, ενώ πρόσθεσε ότι η πολιτική χρησιμότητά του δεν πρέπει να αποτιμάται μόνο με βάση τις κοινοβουλευτικές έδρες.
Στην αντιπολιτευτική κατεύθυνση του κόμματος έδωσε επίσης σαφές ιδεολογικό στίγμα, λέγοντας ότι «δεν αρκεί να φύγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πρέπει να ηττηθεί η πολιτική της Δεξιάς».
Η παρέμβαση Δούρου αποκτά ιδιαίτερο βάρος μετά την απόρριψη της πρότασης Πολάκη, καθώς επιβεβαιώνει ότι η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής επιλέγει, τουλάχιστον για την ώρα, τη συνέχιση του μοντέλου της συλλογικής ηγεσίας.

