Η νέα έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), με τίτλο World Economic Outlook, παρουσιάζει μια εικόνα για την ελληνική οικονομία που χαρακτηρίζεται από έντονο σκεπτικισμό και σημαντικές αποκλίσεις σε σχέση με το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού που κατέθεσε η κυβέρνηση στη Βουλή. Ενώ η Αθήνα προσδοκά μια πορεία σταθερής επιτάχυνσης, το Ταμείο προειδοποιεί για χαμηλότερες πτήσεις και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις που ενδέχεται να ανακόψουν τη δυναμική της ανάκαμψης κατά τη διετία 2026-2027.

Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκεται ο ρυθμός ανάπτυξης. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,8% τόσο το 2026 όσο και το 2027, δείχνοντας μια τάση σταθεροποίησης σε χαμηλότερα επίπεδα. Αντιθέτως, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εμφανίζεται πολύ πιο αισιόδοξο, προβλέποντας ανάπτυξη 2% για το 2026 και περαιτέρω ενίσχυση στο 2,3% για το 2027. Η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα, καθώς φτάνει τις 0,5 ποσοστιαίες μονάδες για το δεύτερο έτος, γεγονός που υποδηλώνει ότι το Ταμείο δεν συμμερίζεται την εκτίμηση για ταχεία επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό. Το ΔΝΤ αναμένει εκτίναξη του εναρμονισμένου δείκτη στο 4,2% το 2026, την ίδια στιγμή που το κυβερνητικό προσχέδιο τον τοποθετεί στο 3,6%. Για το 2027, το χάσμα διευρύνεται εντυπωσιακά, με το Ταμείο να βλέπει τον πληθωρισμό να επιμένει στο 3,6%, δηλαδή σε επίπεδα 50% υψηλότερα από το 2,4% που εκτιμά η ελληνική πλευρά. Αυτή η επίμονη ακρίβεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, επιβαρύνει την κατανάλωση και δυσχεραίνει την αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησης.

Η βασική αιτία αυτής της δυσοίωνης πρόβλεψης είναι οι διεθνείς τιμές των καυσίμων. Το ΔΝΤ υιοθετεί πολύ πιο υψηλές παραδοχές για το πετρέλαιο, εκτιμώντας τη μέση τιμή στα 95,74 δολάρια το βαρέλι για φέτος και στα 87,39 δολάρια για το 2027. Αντιθέτως, η ελληνική κυβέρνηση έχει βασιστεί σε παλαιότερα στοιχεία της Κομισιόν που προέβλεπαν σημαντική υποχώρηση των τιμών. Αυτή η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας αναμένεται να πλήξει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με το εξωτερικό έλλειμμα να διευρύνεται στο 6,6% του ΑΕΠ το 2026. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι οι ανατιμήσεις στην ενέργεια θα προκαλέσουν «οικονομική αιμορραγία», παρά τη στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές.

Παρά τη γενική επιφυλακτικότητα, υπάρχει ένας τομέας όπου το ΔΝΤ εμφανίζεται πιο αισιόδοξο από την κυβέρνηση: η αγορά εργασίας. Το Ταμείο προβλέπει ταχύτερη υποχώρηση της ανεργίας, εκτιμώντας ότι θα πέσει στο 8% το 2026 και στο 7,6% το 2027. Οι προβλέψεις αυτές είναι ευνοϊκότερες από εκείνες του προσχεδίου, που τοποθετούν την ανεργία στο 8,4% και 7,9% αντίστοιχα, προσφέροντας μια θετική ένδειξη για την ανθεκτικότητα της απασχόλησης.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η έκθεση τοποθετεί την Ελλάδα σε ένα «γκρίζο» διεθνές περιβάλλον αυξημένων κινδύνων. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι οικονομίες που είναι εισαγωγείς ενέργειας και δεν έχουν ισχυρή παρουσία στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση, αντιμετωπίζοντας υψηλό κόστος εισαγωγών χωρίς τα οφέλη της τεχνολογικής επενδυτικής έκρηξης. Με την Ευρωζώνη να αναπτύσσεται με μόλις 1,1%-1,2% και τη Γαλλία να βρίσκεται σε τροχιά επιβράδυνσης, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και οι δημοσιονομικές πιέσεις συνθέτουν ένα σκηνικό αβεβαιότητας που απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς.

Διαβάστε ακόμη: