Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ), το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στο 138,2% ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2026, έναντι εκτίμησης 145,9% το 2025, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2027, το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 131,7% ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Η μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης, τόσο σε απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό, αναμένεται να συνεχιστεί και τα έτη 2028 και 2029, με περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 124,6% το 2028 και 119% το 2029, αντίστοιχα, οφειλόμενη κατά κύριο λόγο στις πρόωρες αποπληρωμές των ευρωπαϊκών δανείων του GLF σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση της ετήσιας δαπάνης τόκων. Η πλήρης αποπληρωμή των εν λόγω δανείων αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί έως το 2031, δηλαδή 10 χρόνια πριν τη λήξη τους.

Οι δαπάνες για τόκους ανήλθαν στο 3,5% του ΑΕΠ το 2024, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στο 3,1% του ΑΕΠ το 2025, με πρόβλεψη για περαιτέρω υποχώρηση την περίοδο 2026-2029. Για το 2026, η πρόβλεψη ανέρχεται στο 3% του ΑΕΠ, ενώ για τα επόμενα έτη αναμένεται σταθερή μείωση με στόχο το 2,6% του ΑΕΠ το 2029.

Το ΥΠΕΘΟ σημειώνει ότι οι ανωτέρω προβλέψεις είναι σημαντικά βελτιωμένες σε σχέση με το ΜΔΣ 2025-2028, με τη βελτίωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ να οφείλεται τόσο στη μείωση του ονομαστικού χρέους όσο και στον υψηλότερο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.

Από το 2026 έως το 2029, το Ελληνικό Δημόσιο αναμένεται να αντλεί από τις αγορές 8-10 δισ. ευρώ ετησίως, κυρίως μέσω κοινοπρακτικών ομολογιακών εκδόσεων και συμπληρωματικά με επανεκδόσεις υφιστάμενων τίτλων. Μετά τη χρήση του cash buffer για πρόωρες αποπληρωμές, τα διαθέσιμα του Δημοσίου εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν κοντά στα 30 δισ. ευρώ.

Η στρατηγική αποκλιμάκωσης

Το ΠΔΠ καταλήγει ότι την περίοδο 2026-2029 προβλέπεται ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, στηριζόμενη στη διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητας και στη δημοσιονομική σταθερότητα.

Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα εκτιμάται ότι θα είναι σχεδόν ισοσκελισμένο, σημαντικά καλύτερο από το όριο του -3% του ΑΕΠ.

Το πρωτογενές αποτέλεσμα προβλέπεται στο 2,8% του ΑΕΠ το 2026 και 2,7% την περίοδο 2027-2029, διατηρώντας πλεονασματική δημοσιονομική θέση.

Οι πρόωρες αποπληρωμές

Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων GLF. Ο ESM και ο EFSF ενέκριναν το αίτημα για αποπληρωμή δανείων ύψους 52,9 δισ. ευρώ, που ανάγονται στο 1ο Πρόγραμμα Στήριξης.

Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει ταχύτερα το χρέος, περιορίζει τον επιτοκιακό κίνδυνο και απαλλάσσει τον Προϋπολογισμό από τόκους ύψους 1,6 δισ. ευρώ που θα καταβάλλονταν από το 2026 και μετά.

Όπως τόνισε ο Pierre Gramegna, η κίνηση αυτή στέλνει ισχυρό θετικό μήνυμα στις αγορές, προετοιμάζοντας το έδαφος για νέες αναβαθμίσεις από διεθνείς οίκους αξιολόγησης το 2026, ενισχύοντας περαιτέρω την επενδυτική βαθμίδα της χώρας.

Σε τροχιά μείωσης το χρέος

Σε κάθε περίπτωση, τα τελευταία χρόνια η πορεία του δημοσίου χρέους είναι καθοδική. Όπως σημειώνει και το Ελεγκτικό Συνέδριο στην Έκθεσή για τη Δημοσιονομική Βιωσιμότητα του έτους 2024,το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, που συνιστά -όπως και το δημοσιονομικό έλλειμμα– έναν από τους πλέον κρίσιμους δείκτες βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών, μειώθηκε ως απόλυτο μέγεθος και διαμορφώθηκε σε 364.965 εκατ. ευρώ (από 369.110 εκατ. ευρώ το 2023).

Συναφώς, το χρέος μειώθηκε και ως ποσοστό του (Ονομαστικού) Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) και, συγκεκριμένα, διαμορφώθηκε σε ποσοστό 154,2% του ΑΕΠ (από 164,3% το 2023). Ως εκ τούτου, η ριζική αποκλιμάκωση του χρέους συνεχίστηκε, με τη μείωση κατά το έτος αναφοράς (2024) να ανέρχεται στις 10,1 ποσοστιαίες μονάδες.

Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους αποτελείται από δάνεια (περίπου 72%), τα οποία μειώνονται σε 262.540 εκατ. ευρώ (από 269.783 εκατ. ευρώ το 2023), με κυρίαρχη συνιστώσα τα μακροπρόθεσμα δάνεια (260.751 εκατ. ευρώ). Τα χρεόγραφα αυξάνονται στα 94.846 εκατ. ευρώ από 92.041 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω των μακροπρόθεσμων τίτλων (86.927 εκατ. ευρώ έναντι 80.703 εκατ. ευρώ το 2023), ενώ τα βραχυπρόθεσμα χρεόγραφα μειώνονται σε 7.919 εκατ. ευρώ από 11.338 εκατ. ευρώ.Συνολικά, η σύνθεση του χρέους το 2024 εμφανίζει μεγαλύτερη ωριμότητα και περιορισμένη έκθεση σε βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, με σαφή μετατόπιση από βραχυπρόθεσμα σε μακροπρόθεσμα μέσα χρηματοδότησης.

Εντούτοις, παρά τη μεγάλη και συνεχόμενη κατά τα τελευταία έτη μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταλαμβάνει την πρώτη θέση μεταξύ όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Ειδικότερα, στο τέλος του 2024 ο δείκτης του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ κυμαινόταν από 23,6% στην Εσθονία έως 154,2% στην Ελλάδα. Μετά τη χώρα μας έπεται η Ιταλία (135,3%) και η Γαλλία (113,0%), ενώ στο τέλος της κατάταξης (καλύτερη επίδοση) βρίσκονται χώρες όπως η Βουλγαρία (24,1%) και η Εσθονία (23,6%). Συνολικά στη Ζώνη του Ευρώ (20 χώρες) ο δείκτης του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ παρέμεινε σταθερός στο 87,4% στα τέλη του 2024, ενώ στην ΕΕ (27 χώρες) παρουσίασε μικρή αύξηση από 80,8% σε 81,0%.

Σύμφωνα με την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τη μεγαλύτερη συμβολή στη μείωση του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης ως ποσοστού του ΑΕΠ, η οποία κατά την περίοδο αναφοράς ανήλθε σε 10,1 ποσοστιαίες μονάδες, είχε -όπως και το 2023- η διαφορά μεταξύ του έμμεσου επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού μεταβολής του Ονομαστικού ΑΕΠ (φαινόμενο της χιονοστιβάδας), σε ποσοστό 5%. Συνέβαλαν, επίσης, η επίτευξη υψηλότερου πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 4,7% και η προσαρμογή αποθεμάτων ροών κατά 0,4%.

Το “στοίχημα” της βιωσιμότητας του χρέους

Από κει και πέρα, το Ελεγκτικό Συνέδριο παρατηρεί ότι, οι αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους κρίνεται διασφαλισμένη, υπό την προϋπόθεση της διατήρησης ρεαλιστικών πρωτογενών πλεονασμάτων, της αποτελεσματικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων και της συνέχισης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ωστόσο, η εμφάνιση στο μέλλον απρόβλεπτων υπό τα τωρινά δεδομένα εσωτερικών ή εξωτερικών κινδύνων μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς το κόστος δανεισμού, με αντίκτυπο στη βιωσιμότητα του χρέους, επαναφέροντας στην τρέχουσα επικαιρότητα τη συζήτηση για το μεγάλο ύψος του σε σχέση με το ΑΕΠ.

Πιο αναλυτικά:

1. Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσον αφορά την Ελλάδα, στην έκθεση που δημοσίευσε τον Μάρτιο του 2025 για την παρακολούθηση της βιωσιμότητας του χρέους στην **Ευρωπαϊκή Ένωση (Debt Sustainability Monitor)**52 κατατάσσει, τους μεν βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους ως χαμηλούς, τους δε μεσοπρόθεσμους κινδύνους ως υψηλούς, λόγω του επιπέδου του ελληνικού χρέους.

Ειδικότερα:

α) Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο οι κίνδυνοι θεωρούνται χαμηλοί συνολικά. Ο δείκτης έγκαιρης προειδοποίησης της Επιτροπής (S0) δεν καταδεικνύει σημαντικούς άμεσους δημοσιονομικούς κινδύνους.

β) Αντίθετα, οι μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα είναι υψηλοί. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της ανάλυσης, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί, αλλά θα παραμείνει υψηλό, φτάνοντας περίπου στο 119% του ΑΕΠ έως το 2035. Η προβλεπόμενη αυτή μείωση βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ από το 2025 και έπειτα, χωρίς αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική από το 2026 και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού. Κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το επίπεδο αυτό του διαρθρωτικού πρωτογενούς πλεονάσματος θεωρείται ρεαλιστικό βάσει της προηγούμενης δημοσιονομικής επίδοσης της χώρας.

γ) Τέλος, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο οι κίνδυνοι βιωσιμότητας θεωρούνται χαμηλοί. Αυτό βασίζεται στους δείκτες S154 και S255, που αποτιμούν τη δημοσιονομική προσπάθεια που απαιτείται για να σταθεροποιηθεί ή να μειωθεί σημαντικά το χρέος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ανάλυσή της λαμβάνει υπόψη και επιπλέον παράγοντες κινδύνου όπως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια -τα οποία, αν και μειωμένα, παραμένουν τα υψηλότερα στην ΕΕ– και τις εκκρεμείς νομικές υποθέσεις κατά του Δημοσίου με πιθανές δημοσιονομικές επιπτώσεις. Από την άλλη πλευρά, θετικά λειτουργούν σύμφωνα με την Επιτροπή η ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του κατέχεται από θεσμικούς δανειστές με χαμηλό επιτόκιο, η πολύ μακρά του διάρκεια σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ και το γεγονός ότι είναι πλήρως εκφρασμένο σε ευρώ, με επακόλουθο την εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου.

2. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)

Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) ολοκλήρωσε τη διαβούλευση βάσει του Άρθρου IV με την Ελλάδα στις 31 Μαρτίου 2025. Η Έκθεση αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο της ελληνικής οικονομίας, η οποία συνεχίζει να ανακάμπτει δυναμικά, με ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 20% σωρευτικά από το 2021.

Ειδική έμφαση δίδεται στη σημαντική αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους, το οποίο μειώθηκε κατά περισσότερο από 55 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από το 2020, υποβοηθούμενο από υψηλή ανάπτυξη, πληθωρισμό και συνετή δημοσιονομική πολιτική.

Παρά τη μείωση, το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, και η βιωσιμότητά του εξαρτάται καθοριστικά από την προσήλωση σε δημοσιονομική πειθαρχία, την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της δυνητικής ανάπτυξης. Εξωτερικοί και δομικοί κίνδυνοι παραμένουν, όπως η επίμονη παρουσία μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους, η γήρανση του πληθυσμού και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών και η αξιοποίηση των επενδυτικών ευκαιριών κρίνονται απαραίτητες για τη διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του χρέους και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο ανάλυσης του ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται αισθητά τα επόμενα έτη και εκτιμάται στο 114,6% το 2033. Η μείωση είναι σωρευτικά πάνω από 50 ποσοστιαίες μονάδες σε μία δεκαετία. Αυτό κυρίως αποδίδεται σε πρωτογενή πλεονάσματα, υψηλό πληθωρισμό αρχικά (που μειώνει την πραγματική αξία του χρέους) και χαμηλά επιτόκια σε σχέση με τον πληθωρισμό.

Επίσης οφείλεται σε ισχυρούς αν και επιβραδυνόμενους ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς και στο αποτελεσματικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους το οποίο από 1,6% το 2023, αυξάνεται στο 2,7% το 2033. Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται ελαφρώς, καθώς η Ελλάδα καταφεύγει περισσότερο στη χρηματοδότηση μέσω αγορών (λόγω και ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας). Συμπερασματικά, το ΔΝΤ θεωρεί το χρέος βιώσιμο μεσοπρόθεσμα, αλλά με αυξημένη έκθεση σε κινδύνους μακροπρόθεσμα.

Διαβάστε ακόμη: