Ο πολιτισμός δεν είναι απλώς ένας κλάδος της οικονομίας -μπορεί να φέρει βαθύτερες αλλαγές στις κοινωνίες και έχει ιδιότητες που σπάνια τις βρίσκει κάποιος στη συνηθισμένη οικονομική δραστηριότητα. Επομένως, μια σημαντική και καλά σχεδιασμένη επένδυση στον πολιτισμό, από κράτος και ιδιώτες, παρουσιάζει πολύ ευρύτερα οφέλη.

Οι Πολιτιστικοί και Δημιουργικοί Τομείς (ΠΔΤ) στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν σήμερα σημαντικές προκλήσεις: από τις πηγές χρηματοδότησης μέχρι τη φορολογία, από τις περιφερειακές ανισότητες μέχρι τα εργασιακά, την ψηφιοποίηση αλλά και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την προσβασιμότητα και την πολιτιστική διπλωματία. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα είναι μια χώρα σε μια ενδιαφέρουσα θέση -μπροστά της ανοίγονται σημαντικές ευκαιρίες ειδικά σε αυτούς τους κλάδους.

Η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, η οποία κυκλοφορεί και σε βιβλίο, υπογράφεται από οκτώ ερευνητές -ο καθένας ειδικός σε ένα διαφορετικό πεδίο του πολιτισμού- με συντονιστή του έργου τον σύμβουλο πολιτιστικής στρατηγικής Χρήστο Καρρά. Η μελέτη επιχειρεί να χαρτογραφήσει αναλυτικά και να σχολιάσει με συστηματικό τρόπο τους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς στην Ελλάδα. Κυρίως, όμως, στοχεύει στο να φέρει στον δημόσιο διάλογο τα δεκάδες μέτρα πολιτικής που προτείνει για καθένα από τα γνωστά ή λιγότερο γνωστά προβλήματα τα οποία διαπιστώνει.

ΔιαΝΕΟσις: Η τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα είναι από τις λιγότερο οικονομικά αυτόνομες σε ΕΕ – ΟΟΣΑ

Τι είναι πολιτισμός

Πριν αναρωτηθεί, όμως, κάποιος γιατί είναι καλό πράγμα ο πολιτισμός, είναι σκόπιμο να τον ορίσει. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός, αλλά υπάρχουν κάποιοι ορισμοί που βοηθούν στη μέτρηση των βασικών μεγεθών του. Η μελέτη της διαΝΕΟσις, όπου αυτό χρειάζεται, υιοθετεί τον ορισμό των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Τομέων που χρησιμοποιεί η Eurostat: συμπεριλαμβάνει σε αυτούς τις εικαστικές τέχνες, την αρχιτεκτονική, τα οπτικοακουστικά μέσα, τα αρχεία, τις βιβλιοθήκες, τα βιβλία και τον Τύπο, τη διαφήμιση και τη χειροτεχνία. Ξεχωρίζει επίσης έξι επίπεδα δραστηριότητας: τη δημιουργία, την παραγωγή ή έκδοση, τη διάδοση και το εμπόριο, τη διατήρηση, την εκπαίδευση και τη διαχείριση ή ρύθμιση.

Ο πολιτισμός είναι σίγουρα ένα καλό πράγμα. Γνωρίζουμε όλοι εμπειρικά την αξία τού να παρατηρεί κάποιος ένα ενδιαφέρον έκθεμα στο μουσείο ή να ακούει το αγαπημένο του τραγούδι. Αλλά πώς λειτουργούν αυτά τα προσωπικά οφέλη αθροιστικά σε ολόκληρους πληθυσμούς; Σίγουρα συμβάλλει ο πολιτισμός στην οικονομία. Υπολογίζεται ότι οι κλάδοι με υψηλή ένταση στη διανοητική ιδιοκτησία συνεισφέρουν περισσότερο από τα δύο τρίτα του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι σε τομείς που παράγουν διανοητική ιδιοκτησία αμείβονται περίπου διπλάσια από τους υπόλοιπους. Φυσικά ο πολιτισμός δεν είναι ο μόνος ούτε ο μεγαλύτερος κλάδος που ανήκει σε αυτή την ομάδα, αλλά από την άλλη είναι βέβαιο ότι και αυτός ανήκει στο “κλαμπ” των πιο παραγωγικών κλάδων. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι Πολιτιστικοί και Δημιουργικοί Τομείς απασχολούν κατά κανόνα νεότερους σε ηλικία και καλά εκπαιδευμένους εργαζόμενους, άρα πιθανόν και πιο παραγωγικούς. Μια μελέτη του 2021 που αφορά το Λονδίνο διερεύνησε τον ρόλο των ΠΔΤ στη δημιουργία θέσεων εργασίας στο Λονδίνο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάθε θέση εργασίας στους ΠΔΤ δημιουργεί επίσης 1,9 θέσεις εργασίας σε άλλους κλάδους.  

Όμως, πέρα από τα οφέλη που συνεισφέρει σε μια οικονομία ο ίδιος ο κλάδος, ο πολιτισμός έχει αυτή την ιδιαιτερότητα: παρουσιάζει πολύ ευρύτερα οφέλη. Μάλιστα, συχνά γνωρίζουμε καλά την ύπαρξή τους αλλά είναι πιο δύσκολο να τα μετρήσουμε. Όπως το παρουσιάζει ένα ευρωπαϊκό κείμενο του 2020 ο πολιτισμός είναι “κάτι περισσότερο από ένας τομέας, είναι ένα διάνυσμα θετικής αλλαγής”.

Θετικός αντίκτυπος στις πόλεις και στην υγεία
­

Με ποιους τρόπους, όμως, συμβαίνει αυτό; Ο πολιτισμός μάς φτιάχνει καλύτερες και πιο βιώσιμες πόλεις. “Αποτελεί επιταχυντή της κοινωνικής διάστασης της ανθεκτικότητας, ενισχύοντας το κοινωνικό κεφάλαιο μιας πόλης”, γράφει μια μελέτη του 2018 για την Αθήνα. Γι’ αυτό ακριβώς και η πρωτοβουλία New European Bauhaus, με συνολικό προϋπολογισμό περίπου μισό δισ. ευρώ στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, η οποία καλεί για μια βιώσιμη και συμπεριληπτική επανεφεύρεση των ευρωπαϊκών πόλεων έχει δράσεις πολιτισμού στην καρδιά της. Η σχέση των πολιτιστικών δράσεων με τους περισσότερους από τους 17 παγκόσμιους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ για το 2030 είναι και αυτή καλά τεκμηριωμένη.

Είναι επίσης γνωστό ότι η ανάπτυξη των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Τομέων συμπαρασύρει άλλους κλάδους, με τον τουρισμό να αποτελεί ίσως το πιο αυτονόητο παράδειγμα. Οι πολιτιστικές δράσεις, και ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν τη σύγχρονη τέχνη, έχουν εν πολλοίς την ιδιότητα να ζωντανεύουν έναν τόπο (μια διαδικασία που αναφέρεται συχνά ως placemaking) τόσο για τους ντόπιους όσο και για τους επισκέπτες, και με αυτό τον τρόπο μπορούν να συμβάλουν στην περιφερειακή ανάπτυξη.

Πολλές πτυχές του πολιτισμού είναι επίσης θεραπευτικές -κυριολεκτικά. Περισσότερες από 300 μελέτες δείχνουν τη συμβολή της τέχνης στην υγεία και στην ευημερία -υπάρχουν πλέον ενδείξεις ότι το τραγούδι μπορεί να είναι θεραπευτικό για την κατάθλιψη και για κάποιες αναπνευστικές παθήσεις, ο χορός για την κοινωνική ενσωμάτωση, οι θεατρικές ομάδες και οι χορωδίες για τη μοναξιά και την κατάθλιψη, ενώ η αρχιτεκτονική και το σχέδιο στα σχολεία συμβάλλουν στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Επομένως, περισσότερος και καλύτερης ποιότητας πολιτισμός μπορεί να σημαίνει και καλύτερη δημόσια υγεία. Πολλές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, έχουν ανακοινώσει προγράμματα συνταγογράφησης πολιτιστικών δράσεων (θεάτρου, επισκέψεων σε μουσεία κλπ.) για θεραπευτικούς λόγους.

Τέλος, ο πολιτισμός μπορεί να γίνει και ένα αποτελεσματικό εργαλείο δημόσιας διπλωματίας και ήπιας ισχύος για μια χώρα. Οι πολιτιστικές δράσεις μπορούν να φέρουν χώρες πιο κοντά και να δημιουργήσουν σχέσεις που ωφελούν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα που αναφέρει και η μελέτη της διαΝΕΟσις είναι ο πολυεθνικός οργανισμός ALIPH, ο οποίος συντηρεί και προστατεύει μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς σε εμπόλεμες χώρες της Μέσης Ανατολής.

Όλα τα παραπάνω καθιστούν ιδιαίτερα σαφές ότι η επένδυση στους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς, είτε με απευθείας δαπάνες και ενισχύσεις είτε με αναπτυξιακά κονδύλια, μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποδοτική σε πολλά διαφορετικά επίπεδα για ένα κράτος.

Δημόσια Εκδήλωση «Πολιτισμός: Το μεγάλο ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα»

Το έδαφος για την ανάπτυξη των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Τομέων στην Ελλάδα είναι μάλλον εύφορο -η χώρα, όπως διαπιστώνει η μελέτη, έχει δυνατά σημεία και ταυτόχρονα αρκετές ευκαιρίες. Βρίσκεται σε μια ευνοϊκή γεωγραφική θέση μεταξύ περιοχών με ενδιαφέρουσα πολιτιστική παραγωγή, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, αλλά έχει επιπλέον τη δυνατότητα να αξιοποιεί τους ευρωπαϊκούς αναπτυξιακούς πόρους. Διαθέτει ένα ισχυρό brand πολιτιστικής κληρονομιάς που προσελκύει πολλούς επισκέπτες κάθε χρόνο και ενισχύει τον τουρισμό. Μπορεί να υποδεχθεί ξένους σύγχρονους καλλιτέχνες σε καλές συνθήκες και με ασφάλεια, ενώ και η διασπορά της συχνά συμβάλλει στη σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή. Ταυτόχρονα, πολλές μικρές ζωντανές ομάδες στους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, οι εργαζόμενοι έχουν υψηλό επίπεδο μόρφωσης και γλωσσομάθειας, η κοινωνία συχνά έχει στενές σχέσεις με τα πολιτιστικά προϊόντα, ενώ και τα ίδια τα προϊόντα, ανάλογα με τη φύση τους, μπορούν να διατεθούν στην αγορά ή να προωθηθούν με νέους, ψηφιακούς τρόπους.

Ωστόσο, κοιτάζοντας πιο προσεκτικά τους αριθμούς, πολλές από αυτές τις ευκαιρίες μοιάζουν ανεκμετάλλευτες. Αφενός, είναι το εμπορικό ισοζύγιο: εισάγουμε περισσότερα πολιτιστικά προϊόντα (αξίας €181 εκατομμυρίων) από όσα εξάγουμε (€110 εκατομμύρια). Επιπλέον, ενώ ο πολιτιστικός τομέας απασχολεί περίπου το 3% των εργαζόμενων στη χώρα, παράγει μόνο το 1,4% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας, μια ένδειξη χαμηλής παραγωγικότητας. Οι Έλληνες εργαζόμενοι στους κλάδους του πολιτισμού είναι οργανωμένοι σε κατακερματισμένες μικρές επιχειρήσεις, με 2,3 εργαζόμενους κατά μέσο όρο η καθεμία -δεν είναι μεν πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (2,7), όμως σε άλλες χώρες όπως η Γερμανία ο αριθμός αυτός είναι υπερδιπλάσιος (6,4). Οι κρατικές δαπάνες για πολιτιστικές υπηρεσίες ανά κάτοικο είναι οι χαμηλότερες στην Ευρώπη -είναι περίπου στο ένα πέμπτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. 

Τα βασικά στατιστικά περιγράφουν μεν μια εικόνα, αλλά επιπλέον αυτή η εικόνα δεν είναι καθαρή. Αυτό είναι ένα ακόμη πρόβλημα: η έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών για πολλές εκφάνσεις των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Τομέων. Σε κάθε μέρος του κόσμου είναι δύσκολο να αποδοθεί με έναν αριθμό η αξία πολλών υπο-κλάδων του πολιτισμού, π.χ. των μουσείων, των γκαλερί ή των βιβλιοθηκών. Παρόμοιες εγγενείς δυσκολίες υπάρχουν και με τη μέτρηση της αξίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, των συγγενικών δικαιωμάτων και άλλων άυλων περιουσιακών στοιχείων. Ταυτόχρονα, οι επίσημες στατιστικές σπανίως αξιοποιούν “μεγάλα δεδομένα”, τα οποία μπορεί να φωτίσουν πτυχές του πολιτισμού που συχνά παραβλέπουμε. Πολλές χώρες, όπως η Φινλανδία και η Ισπανία, έχουν εισαγάγει νέες κατηγορίες στις επίσημες στατιστικές τους προκειμένου να έχουν μια πιο ευκρινή εικόνα. Το 2018 η τότε ελληνική κυβέρνηση είχε εξαγγείλει τη δημιουργία όχι απλώς κάποιων νέων κατηγοριών στις στατιστικές, αλλά ολόκληρου “Παρατηρητηρίου Εθνικού Πολιτισμικού Κεφαλαίου” με μια τέτοια αποστολή· ήταν όμως μια εξαγγελία που έμεινε αδρανής.

Η έρευνα της διαΝΕΟσις ξεχωρίζει τρεις προηγούμενες μελέτες που επιχείρησαν μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος και παραθέτει συχνά ευρήματα από αυτές: το White Paper για τον Σύγχρονο Πολιτισμό του Υπουργείου Πολιτισμού το 2012, τη Μελέτη για τη Χαρτογράφηση της Πολιτιστικής-Δημιουργικής Βιομηχανίας στην Ελλάδα από το Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου για λογαριασμό του Υπουργείου Πολιτισμού το 2016, και την “Έκθεση Πισσαρίδη” το 2020. Οι συγγραφείς αντλούν επιπλέον στοιχεία από το Ετήσιο Σχέδιο Δράσης του Υπουργείου Πολιτισμού για το 2022 που περιγράφει τις προτεραιότητες της κυβέρνησης.

Τι λένε επομένως τα δεδομένα που έχουμε; Πώς μπορεί ο πολιτισμός να γίνει μοχλός οικονομικής αλλά και ευρύτερης ανάπτυξης για τη χώρα; Ποιες πολιτικές μπορούν να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν για το καθένα από τα προβλήματα; Η μελέτη της διαΝΕΟσις καταπιάνεται ακριβώς με αυτά τα ερωτήματα.

Χρηματοδότηση και ανάπτυξη

Στη δημιουργία όλα αρχίζουν από την έμπνευση, αλλά ένας κλάδος της οικονομίας χρειάζεται επίσης χρήματα. Η μελέτη διαπιστώνει γενικώς την έλλειψη πόρων για τον πολιτισμό: “ωδεία, λέσχες, πινακοθήκες, πολιτιστικά κέντρα, θέατρα, μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι υπολειτουργούν ή/και εγκαταλείπονται”, διαβάζουμε στο λήμμα 3.1.1. Για το 2023 ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Πολιτισμού (χωρίς βέβαια τα χρήματα για τους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς να εξαντλούνται εκεί) αποτελεί λιγότερο από το 0,06% του συνόλου του κρατικού προϋπολογισμού. 

Έτσι, η έρευνα αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι της φορολογίας των δωρητών (πλέον μία από τις πιο ευνοϊκές στον κόσμο μετά τον Ν.4873/2021), των χορηγιών αλλά και των δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης που κάποιες φορές σχετίζονται με τον πολιτισμό. Δεν μένει στις διαπιστώσεις αλλά συστήνει κατευθύνσεις. Προτείνει την κατάργηση του φόρου κληρονομιάς/δωρεάς (στο 0,5%) στις δωρεές υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων, τον διαχωρισμό των δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης που αφορούν τον πολιτισμό από τις υπόλοιπες -προκειμένου να δοθούν τα κατάλληλα φορολογικά κίνητρα-, αλλά και την ενεργοποίηση του “ξεχασμένου” Ν.3525 του 2007 για τις πολιτιστικές χορηγίες και την απλοποίηση των σχετικών διαδικασιών.

Ωστόσο, ένας κλάδος δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στις δωρεές και στις χορηγίες. Η έρευνα προτείνει επιπλέον τη θέσπιση ενός πλαισίου και κινήτρων για επιχειρηματίες ή επενδυτές που θα ήθελαν να πειραματιστούν με επενδύσεις στις δημιουργικές βιομηχανίες, στα πρότυπα των angel investors της τεχνολογίας. Συγκεκριμένα, προτείνει ακριβώς την επέκταση της σχετικής νομοθεσίας για τους angel investors (το άρθρο 70Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος) και σε επενδυτές των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Τομέων. Στο ίδιο πνεύμα, η έκθεση προτείνει ευρύτερα πακέτα κινήτρων (π.χ. μειωμένα δημοτικά τέλη), δικτύωσης ή παροχής υποδομών στο πλαίσιο μιας στρατηγικής δημιουργίας κόμβων δημιουργικότητας σε διάφορες περιοχές της χώρας. Αντίστοιχα, υπογραμμίζει και τις θετικές επιπτώσεις που θα είχε η επέκταση οριζόντιων κινήτρων σαν το ΕΚΟΜΕ (επιστροφή ενός μέρους κάποιων επιλεγμένων δαπανών) και σε άλλους υπο-κλάδους του πολιτισμού πέρα από τον οπτικοακουστικό, αλλά και κίνητρα όπως ο μειωμένος ΦΠΑ (π.χ. στο 6%) για την εισαγωγή και τοπική πώληση έργων τέχνης.

Όπως και για πολλές άλλες επιχειρηματικές επενδύσεις, έτσι και για αυτές στον πολιτισμό οι ευρωπαϊκοί πόροι αποτελούν θεμελιώδη χρηματοδοτικά εργαλεία, τόσο για κρατικές επενδύσεις σε υποδομές και μεταρρυθμίσεις όσο και ως απευθείας χρηματοδότηση μη κρατικών επενδύσεων. Ωστόσο, όπως σημειώνει και το κείμενο της διαΝΕΟσις, “τα χρηματοδοτικά εργαλεία που απευθύνονται συγκεκριμένα στον τομέα του πολιτισμού είναι εξαιρετικά περιορισμένα και συνεπώς οι πολιτιστικοί φορείς πρέπει να πλοηγηθούν σε ένα κατακερματισμένο αρχιπέλαγος προγραμμάτων που, με λιγότερη ή περισσότερη σαφήνεια μπορούν να υποστηρίξουν σχέδια πολιτιστικού ενδιαφέροντος”.

Το βασικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα το οποίο αφορά μόνο τον πολιτισμό είναι το Creative Europe (€2,4 δισ. συνολικά για την περίοδο 2021-27). Στην προηγούμενη περίοδο (2014-20) συμμετείχαν στο Creative Europe 120 οργανισμοί από την Ελλάδα (περίπου 3,56% του συνόλου των φορέων). Πολιτιστικές δράσεις χρηματοδοτούνται επίσης και από ευρύτερα προγράμματα, όπως είναι το Horizon Europe, το οποίο χρηματοδοτεί την ακαδημαϊκή έρευνα και θα στηρίξει το New European Bauhaus καθώς και το γνωστό Erasmus+. Επιχειρήσεις των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Τομέων αντλούν, επίσης, συχνά χρήματα και από προγράμματα για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στην Ελλάδα μέσω του ΕΣΠΑ. Η έρευνα της διαΝΕΟσις, μεταξύ άλλων, προτείνει και την άμεση δημιουργία ενός one-stop-shop σχετικά με τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις που αφορούν τον πολιτισμό, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι, συχνά πολύ μικρές επιχειρήσεις που δεν “αντέχουν” να έχουν ειδικό τμήμα εύρεσης πόρων, να έχουν καλύτερη καθοδήγηση και πληροφόρηση για τις επιλογές τους.

Τέλος, ήδη από το 2021 εισρέουν επίσης στη χώρα οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο στον τέταρτο πυλώνα του (ιδιωτικές επενδύσεις) διαθέτει έναν αφιερωμένο κωδικό στον “πολιτισμό ως κινητήριο μοχλό ανάπτυξης”. Μάλιστα, στο ελληνικό σχέδιο, οι επενδύσεις στον πολιτισμό φαίνεται να “πιάνουν” τον στόχο που είχε θέσει το Cultural Deal EU για 2% των Εθνικών Σχεδίων για τον πολιτισμό. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας, περίπου τα μισά από τα €411 εκατομμύρια χρηματοδότησης πολιτιστικών δράσεων αφορούν την πολιτιστική κληρονομιά σε σχέση με τον τουρισμό και ειδικότερα τον “υλικό πολιτισμό”, ενώ απουσιάζουν υπο-κλάδοι όπως το βιβλίο ή το design. Η έρευνα της διαΝΕΟσις, σχετικά με την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, προτείνει η συμμετοχή των φορέων στη διαμόρφωση των δράσεων που τους αφορούν να είναι ευρύτερη, ενώ σημειώνει επίσης τα περιθώρια βελτίωσης στην επικοινωνία των διαγωνισμών για την ανάληψη έργων, αλλά και το πιεστικό χρονοδιάγραμμα σε σχέση με την ωριμότητα των προτάσεων.

Περιφερειακές ανισότητες

Με μια απλή ματιά στα δεδομένα καταλαβαίνει κάποιος τις πολύ μεγάλες ανισότητες μεταξύ Αθήνας και περιφέρειας στους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς -φαίνεται πως η τάση είναι ξεκάθαρα προς το κέντρο. Τα τρία τέταρτα της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας του κλάδου αντιστοιχούν στη δραστηριότητα στην περιφέρεια Αττικής. Εκεί έχουν την έδρα τους περίπου 6 στις 10 επιχειρήσεις, εκεί εργάζονται 6 στους 10 εργαζόμενους. Από τους 120 ελληνικούς οργανισμούς που στηρίχθηκαν από το Creative Europe την περίοδο 2014-20, τα τρία τέταρτα είχαν τη βάση τους στην Αττική.

Όμως, ο πολιτισμός είναι σημαντικός για την τοπική ανάπτυξη καθώς μπορεί να κινητοποιήσει και να ζωντανέψει ολόκληρες περιοχές. Ένας όρος που χρησιμοποιείται συχνά το τελευταίο διάστημα για να περιγράψει τη θετική συμβολή του πολιτισμού σε μια τοπική ανάπτυξη που έχει βαθιές ρίζες στις τοπικές κοινωνίες είναι το “placemaking”. Το placemaking είναι η ενεργοποίηση του δημόσιου χώρου με τη συμμετοχή των πολιτών, το οποίο “αναζωογονεί δομές και τοπία δρόμων, βελτιώνει τη βιωσιμότητα των τοπικών επιχειρήσεων και τη δημόσια ασφάλεια και φέρνει κοντά διαφορετικούς ανθρώπους”, όπως γράφει η έκθεση. Και, βεβαίως, ο πολιτισμός, και κυρίως ο σύγχρονος πολιτισμός, μπορεί να φέρει μια τέτοιου είδους τοπική ανάπτυξη -καλά παραδείγματα είναι εδώ περιπτώσεις περιφερειακών ευρωπαϊκών πόλεων που αναφέρονται στη μελέτη, όπως το Λίβερπουλ και η Λυών, που επένδυσαν σημαντικά σε δημόσιες δράσεις σύγχρονου πολιτισμού με αξιοσημείωτα αποτελέσματα.

Οι Ευρωπαϊκές Πολιτικές Kαι Στρατηγικές Για Τον Πολιτιστικό Τομέα Μετά Την Πανδημία

Μια συνιστώσα του placemaking θα μπορούσαν να είναι τα τοπικά φεστιβάλ. Όμως, όπως σημειώνει η μελέτη, αυτά πολλές φορές αφορούν περισσότερο τους επισκέπτες ενός τόπου παρά εκείνους που μένουν εκεί, γι’ αυτό και γίνονται συνήθως το καλοκαίρι. Αντιστοίχως, τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα του ΕΣΠΑ κατά κανόνα εστιάζουν στις πολιτιστικές δράσεις που σχετίζονται με τον τουρισμό. Αλλά και το προσωπικό που διαχειρίζεται πολιτιστικά προγράμματα των τοπικών αυτοδιοικήσεων δεν είναι πάντοτε καταρτισμένο σε σχέση με την ευρύτερη συμβολή του πολιτισμού στην τοπική ανάπτυξη.

Από την άλλη πλευρά, ακόμα και πολύ μικρές, πιο ερασιτεχνικές δράσεις μπορεί να έχουν ένα αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, όταν στην περιφέρεια δραστηριοποιούνται ερασιτεχνικές ομάδες που ασχολούνται με τον σύγχρονο πολιτισμό (π.χ. θεατρικές ομάδες, μουσικά σύνολα, κλπ.) οι άνθρωποι αυτοί δεν κάνουν απλώς το χόμπι τους. “Η δραστηριότητα των ομάδων αυτών είναι σημαντική για την αξιοποίηση του καλλιτεχνικού δυναμικού που ζει στις περιοχές αυτές, την ανάπτυξη κοινού, αλλά και την εμπειρία πολιτισμού, την επικοινωνία και την κοινωνική ενσωμάτωση των κατοίκων”, γράφει η έρευνα.

Άλλωστε, το να συνδεθούν οι άνθρωποι με την πολιτιστική ζωή του τόπου όπου ζουν δεν είναι πάντοτε κάτι απλό ή εύκολο να συμβεί -και ίσως συμβαίνει πιο εύκολα μέσω του σύγχρονου πολιτισμού ή μέσω δράσεων που αναβιώνουν νεότερες παραδόσεις, όπως είναι η χειροτεχνία. Δύο σχετικές μελέτες στην Ελευσίνα και στην Πάτρα αναδεικνύουν ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν επισκέπτονται τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους της περιοχή τους. Γιατί ακριβώς μπορεί να συμβαίνει αυτό; Δυστυχώς, τα διαθέσιμα δεδομένα για το προφίλ των επισκεπτών αντίστοιχων χώρων δεν αφήνουν περιθώριο για περισσότερα και καλύτερα συμπεράσματα.

Τι μπορεί τελικά να γίνει για όλα αυτά τα θέματα, που σχετίζονται με τις εμφανείς περιφερειακές ανισότητες; Η μελέτη διατυπώνει πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους προτάσεις για την περιφερειακή ανάπτυξη. Ανάμεσά τους είναι η επιμόρφωση των στελεχών των περιφερειών για τις σύγχρονες πολιτικές στον πολιτισμό, η κατάρτιση προγραμμάτων για την αξιοποίηση διαφορετικών ηλικιακών ομάδων ή για τη διεύρυνση των θεματικών των τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων, μαζί φυσικά με θέματα που αφορούν τους προϋπολογισμούς των τοπικών φεστιβάλ, την προβολή τους αλλά και το καλύτερο θεσμικό πλαίσιο για την προσωρινή χρήση ιστορικών κτηρίων. Ακόμη, όμως, και σε αυτό το επίπεδο η συλλογή καλύτερων δεδομένων θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο, π.χ. αν υπήρχε ένας χάρτης με όλα τα τοπικά δημιουργικά κέντρα, τα εργαστήρια ή τους κόμβους πολιτισμού μιας περιοχής θα ήταν πιο εύκολο κάποιος να καταγράψει τα μοτίβα που παρουσιάζονται και να αντλήσει πιο ασφαλή συμπεράσματα.

Τα εργασιακά του πολιτισμού

Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά, οι Πολιτιστικοί και Δημιουργικοί Τομείς στην Ελλάδα απασχολούν περίπου 144.700 εργαζόμενους (το 2022), περίπου 2,9% του συνόλου των εργαζόμενων στη χώρα. Είναι ένας αριθμός που μειώθηκε αισθητά στα χρόνια της πανδημίας, λόγω των lockdown -μάλιστα, οι αυξομειώσεις φαίνονται αρκετά πιο έντονες στην Ελλάδα, συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Από τη σκοπιά του φύλου, οι άνδρες και οι γυναίκες είναι μάλλον μοιρασμένοι, ωστόσο οι άνδρες είναι πιο συχνά αυτοαπασχολούμενοι από τις γυναίκες. 

Ωστόσο, πέρα από τα ποσοτικά χαρακτηριστικά, η εργασία στους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς έχει και κάποια ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά, τα οποία πλέον έχει αναγνωρίσει η βιβλιογραφία. Οι εργαζόμενοι στις δημιουργικές βιομηχανίες οργανώνουν τη δουλειά τους με ρευστό τρόπο γύρω από έργα και ακολουθούν μη γραμμικές καριέρες, οι οποίες συχνά διακόπτονται από θέσεις εργασίας μικρής διάρκειας. Επίσης, πολλές φορές εργάζονται χωρίς κάποια νομική συμφωνία ή απασχολούνται ταυτόχρονα από πολλούς εργοδότες. Ακόμα, συνηθίζεται η ετεροαπασχόληση -εργάζονται δηλαδή σε μη δημιουργικούς κλάδους, ώστε να χρηματοδοτούν τη δημιουργική δραστηριότητά τους- ενώ και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία αλλάζουν συχνά.

Οι παραπάνω ιδιαιτερότητες έχουν οδηγήσει την απλή απασχόληση στους Πολιτιστικούς και Δημιουργικούς Τομείς συχνά να έχει τα χαρακτηριστικά και το ρίσκο της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι εργαζόμενοι κατά κανόνα βιώνουν μεγαλύτερη επισφάλεια συγκριτικά με άλλους κλάδους, ενώ λόγω του έντονου ανταγωνισμού και της ρευστότητας της δουλειάς τους πρέπει συνεχώς να ανανεώνουν ή να επικαιροποιούν τις δεξιότητές τους. Ακριβώς αυτό περιγράφει και ο όρος Τ-shaped skills: όταν ένας εργαζόμενος γνωρίζει έναν υπο-κλάδο του πολιτισμού καλά, αλλά και άλλους δύο σε μικρότερο βάθος, γι’ αυτό και οι δεξιότητές του “σχηματίζουν” ένα Τ. Η έρευνα της διαΝΕΟσις προτείνει μια σειρά από δράσεις που θα βοηθούσαν στην ανάπτυξη καλύτερων δεξιοτήτων: εκπαιδευτικά σεμινάρια, κινητικότητα εργαζομένων μεταξύ πολιτιστικών οργανισμών, προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων για ερασιτεχνικές ομάδες, κ.ά.

Το ξέσπασμα της πανδημίας και τα συνεχόμενα lockdown των προηγούμενων χρόνων έφεραν στην επιφάνεια τις εργασιακές συνθήκες των εργαζόμενων στον πολιτισμό. Φυσικά αυτό δεν ήταν μόνο ελληνικό φαινόμενο: σε άλλες χώρες ως αντίδραση σε αυτή τη συλλογική συνειδητοποίηση θεσπίστηκαν ιδιαίτερα καινοτόμα μέτρα, όπως μια μορφή τριετούς βασικού εισοδήματος για τους καλλιτέχνες στην Ιρλανδία. Στην Ελλάδα, η ανάγκη να παρασχεθεί στήριξη στους εργαζόμενους του πολιτισμού που οι δουλειές τους ακυρώνονταν μαζικά λόγω των μέτρων περιορισμού της κίνησης οδήγησε στη δημιουργία ενός μητρώου καλλιτεχνών. Οδήγησε επίσης στη δρομολόγηση μιας φιλόδοξης μεταρρύθμισης, μέσα από την οποία θα καταγραφούν οι ασφαλιστικές και εργασιακές τους ανάγκες καθώς και το θεσμικό πλαίσιο και οι δυσλειτουργίες του, με σκοπό τη βελτίωση. Η μεταρρύθμιση αυτή έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης, με προϋπολογισμό κοντά στις €800.000.

Όμως τα προβλήματα των εργαζόμενων στον πολιτισμό στην Ελλάδα δεν άρχισαν με την πανδημία, απλώς έγιναν περισσότερο γνωστά τότε με δράσεις όπως το Support Art Workers. Σε έρευνα του 2018, 6 στους 10 εικαστικούς δήλωναν ότι είναι ανασφάλιστοι, 9 στους 10 δήλωναν ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών και 6 στους 10 ότι το ατομικό μηνιαίο εισόδημά τους δεν ξεπερνάει τα €800. Αντίστοιχη έρευνα για το design διαπίστωνε υπερωριακή και αδήλωτη απασχόληση. Η χαμηλόμισθη εργασία, η απομόνωση, η ανισορροπίες μεταξύ προσωπικής ζωής και δουλειάς καθώς και τα αρνητικά στερεότυπα έχουν εντοπιστεί και σε άλλες μελέτες. Ωστόσο, και πάλι χρειάζεται μια πολύ καλύτερη εικόνα με πολλά περισσότερα δεδομένα ώστε να σχεδιαστούν οι κατάλληλες πολιτικές.

Ψηφιοποίηση και προσβασιμότητα

Ηπανδημία, εκτός από την επισφάλεια της εργασίας στον πολιτισμό έφερε στην επιφάνεια και τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Όσο οι φυσικοί χώροι πολιτισμού έκλειναν, τόσο διερευνούνταν νέοι τρόποι για να διατηρηθεί η εμπειρία πολλών πολιτιστικών αγαθών στις νέες συνθήκες. Με κλειδωμένα τα μουσεία καταφέραμε να βλέπουμε εκθέσεις από τον υπολογιστή μας. Η μελέτη της διαΝΕΟσις αφιερώνει σημαντικό χώρο σε προβληματισμούς γύρω από τη χρήση των νέων τεχνολογιών, αλλά και στο πώς μπορεί να ρυθμιστεί η ψηφιακή παραγωγή και διάδοση πολιτιστικών αγαθών, καθώς και η διανοητική ιδιοκτησία τους. Μεταξύ των προτάσεων είναι η εφαρμογή του νόμου για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από συμφωνίες με τις μεγάλες πλατφόρμες, η δημιουργία προγράμματος ψηφιοποίησης των πολιτιστικών αντικειμένων της χώρας, η συνεργασία με την Κοινωνία των Πολιτών, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, η ενίσχυση των incubators και η κωδικοποίηση της νομοθεσίας για τη διαχείριση των ψηφιακών πλευρών του πολιτισμού.

Η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση όλων των ομάδων του πληθυσμού σε πολιτιστικά αγαθά, κάτι που μπορεί να πετύχει και η ψηφιοποίηση αλλά και η άρση των προκαταλήψεων και η διόρθωση των αδικιών μέσα στον ίδιο τον κλάδο, απασχολούν επίσης τους συγγραφείς της έρευνας. Ο πολιτισμός δεν πρέπει να είναι μια δραστηριότητα μόνο για λίγους, είτε αυτοί είναι κοινό είτε συμμετέχουν ενεργά σε πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι συγγραφείς που υπογράφουν τα αντίστοιχα κεφάλαια παραθέτουν στρεβλώσεις του κλάδου (π.χ. τα στερεότυπα φύλου και κοινωνικής τάξης που συνοδεύουν πολλές πολιτιστικές δραστηριότητες) που λειτουργούν ως εμπόδια για ανθρώπους να έρθουν σε επαφή στον κλάδο και αφετέρου αφιερώνουν χώρο σε καλά παραδείγματα. Ένα από αυτά είναι η οργάνωση Liminal, η οποία προωθεί την ισότιμη συμμετοχή όλων υποστηρίζοντας παραγωγές με πρόσβαση σε Άτομα με Αναπηρία (ακουστικές περιγραφές, τιτλισμός, διερμηνεία στη νοηματική, κλπ.). Στο ίδιο πλαίσιο σχολιάζεται και η συνταγογράφηση πολιτιστικών αγαθών. Η έρευνα προτείνει, μεταξύ άλλων, την ενθάρρυνση των συνεργασιών μεταξύ πολιτιστικών και μη φορέων (π.χ. μεταξύ μουσείων και νοσοκομείων), την υποστήριξη οργανώσεων με αντικείμενο την προσβασιμότητα της τέχνης, αλλά και την ευαισθητοποίηση του κοινού.

Κλιματική κρίση και πολιτιστική διπλωματία

Οι ποικίλες δραστηριότητες του πολιτισμού παράγουν και αυτές ρύπους. Επομένως, συμβάλλει και ο τομέας αυτός σε έναν βαθμό στην κλιματική κρίση. Το 2019 τα φεστιβάλ στο Ηνωμένο Βασίλειο υπολογίστηκε ότι παρήγαγαν 100 κιλοτόνους διοξειδίου του άνθρακα και 23.000 τόνους αποβλήτων. Μια ταινία με προϋπολογισμό 70 εκατ. δολάρια (δηλαδή μια μεσαία παραγωγή με όρους Χόλιγουντ) έχει υπολογιστεί ότι παράγει 3.000 τόνους διοξειδίου του άνθρακα. Γι’ αυτό τον λόγο η Γερμανία επιδοτεί πλέον μόνο τα φιλμ που πληρούν περιβαλλοντικά κριτήρια. Παρότι το εθνικό μας σχέδιο για το Ταμείο Ανάκαμψης περιλαμβάνει έργα για την προστασία μνημείων από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής (φυσικές καταστροφές, κλπ.) η συζήτηση για τη συμβολή της τοπικής δραστηριότητας στο πρόβλημα, ειδικά όταν συνδυάζεται με τον τουρισμό, εν πολλοίς απουσιάζει από την Ελλάδα. Οι προτάσεις της μελέτης της διαΝΕΟσις περιλαμβάνουν κατ΄αρχάς την καταγραφή του αποτυπώματος των εποπτευόμενων φορέων του Υπουργείου Πολιτισμού (μουσείων, κλπ.) αλλά και των ψηφιακών υποδομών τους και έπειτα την ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων ώστε να υποστηριχθεί η μετάβαση σε πιο βιώσιμες μορφές λειτουργίας. Τονίζεται, επίσης, ο ρόλος του πολιτισμού στη διαμόρφωση συνείδησης στο κοινό για τα προβλήματα που αφορούν στη βιωσιμότητα γενικότερα.

Τέλος, η μελέτη διατυπώνει πολλές προτάσεις για την εξωστρέφεια των πολιτιστικών φορέων αλλά και για την άσκηση ήπιας ισχύος μέσω της πολιτιστικής διπλωματίας. Αφενός σχολιάζει τις αποδόσεις υπαρχόντων θεσμών, όπως είναι το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, αφετέρου υπογραμμίζει τις επιτυχημένες προσπάθειες τοπικών θεσμών όπως το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ή το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας να διευρύνουν τον αντίκτυπο του έργου τους. Τελικά, σημειώνει την ανάγκη για μια συνεκτική, μακροπρόθεσμη στρατηγική με την εμπλοκή της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και του κλάδου του τουρισμού.

Τι λένε τελικά οι ίδιοι οι άνθρωποι του πολιτισμού για τον χώρο τους; Το κεφάλαιο 4 της έρευνας παρουσιάζει κάποια συμπεράσματα που προέκυψαν από δομημένες συνεντεύξεις με 13 “ανθρώπους του πολιτισμού” -διευθυντές μουσείων, φεστιβάλ, πανεπιστημιακών σχολών, κλπ. σχετικά με την πολιτιστική πολιτική στην Ελλάδα. Από το κείμενο προκύπτει η αναγνώριση του Υπουργείου Πολιτισμού ως του πλέον αρμόδιου φορέα να χαράσσει πολιτική για τον πολιτισμό. Ωστόσο, στην ίδια ενότητα αναλύεται επίσης διεξοδικά ο δημιουργικός ρόλος που θα μπορούσε να παίξει ένα ανεξάρτητο Συμβούλιο Πολιτισμού και Τεχνών με μέλη από τον χώρο του πολιτισμού (π.χ. καλλιτέχνες ή μεγάλους χορηγούς-δωρητές εγνωσμένου κύρους) που θα έχουν πενταετή θητεία. Ένα τέτοιο συμβούλιο, στα πρότυπα του Ηνωμένου Βασιλείου ή της Σουηδίας, θα μπορούσε να γνωμοδοτεί και, λόγω της φύσης του να συμβάλλει στον μακροχρόνιο σχεδιασμό της πολιτιστικής πολιτικής, ένα κενό που γίνεται εμφανές παρατηρώντας τη σημερινή κατάσταση.

Όπως φαίνεται από τις παραπάνω παρατηρήσεις, οι Πολιτιστικοί και Δημιουργικοί Τομείς αποτελούν έναν ευρύ χώρο δραστηριοτήτων ο οποίος έχει πλεονεκτήματα αλλά πρέπει να αντιμετωπίσει και σημαντικές προκλήσεις. Ο πολιτισμός συνδέεται με την ευημερία μιας χώρας με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, κάποιοι από τους οποίους μετριούνται δύσκολα και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Φυσικά, καμία μελέτη δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως όλα τα θέματα μέσα σε μερικές σελίδες. Όμως, η μελέτη της διαΝΕΟσις, με την ανάλυση και με τις συγκεκριμένες προτάσεις της, αποτελεί μια καλή αφετηρία για έναν δημόσιο διάλογο σχετικά με τον πολιτισμό στην Ελλάδα και τις δυνατότητές του. Είναι ένας διάλογος που αξίζει να αρχίσει.

Διαβάστε ακόμη: