Ο χρόνος για την αναβάθμιση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου από τον οίκο MSCI φαίνεται να μετρά αντίστροφα, σύμφωνα με τις κυρίαρχες προσδοκίες της αγοράς. Ο MSCI αποτελεί το ισχυρότερο παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τα θεσμικά κεφάλαια, καθώς οι δείκτες του παρακολουθούνται από τη συντριπτική πλειονότητα των διεθνών επενδυτών. Η αισιοδοξία αυτή ενισχύθηκε μετά την ανακοίνωση του οίκου ότι έθεσε σε δημόσια διαβούλευση την είσοδο της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς στις Ανεπτυγμένες Αγορές, με ορίζοντα τα τέλη Αυγούστου.
Η ενδεχόμενη αναβάθμιση δεν αφορά μόνο το χρηματιστήριο, αλλά συνιστά στην πράξη και μια έμμεση αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Ο ίδιος ο MSCI αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα πληροί ήδη τα κριτήρια οικονομικής ανάπτυξης που απαιτούνται για ένταξη στο κλαμπ των ανεπτυγμένων οικονομιών, ενώ καλύπτει και μεγάλο μέρος των προδιαγραφών προσβασιμότητας που χαρακτηρίζουν τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές.
Μάλιστα, για να κινηθεί η σχετική διαδικασία, ο οίκος επέλεξε να παρακάμψει τον εσωτερικό του κανόνα της «persistency», ο οποίος απαιτεί τουλάχιστον πέντε εισηγμένες εταιρείες να πληρούν τα κριτήρια Ανεπτυγμένης Αγοράς για οκτώ συνεχόμενες αναθεωρήσεις, γεγονός που υπογραμμίζει τη στρατηγική βαρύτητα της ελληνικής περίπτωσης.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η απόφαση αυτή συνδέεται άμεσα με τη μετάβαση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον όμιλο Euronext. Σε ένα περιβάλλον όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως ενιαίος οικονομικός χώρος, θεωρείται ασύμβατο η Ελλάδα, χώρα του κεντρικού ευρωπαϊκού πυρήνα, να διατηρεί διαφορετικό καθεστώς από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές.
Η ενσωμάτωση του Χ.Α. στο οικοσύστημα της Euronext, μέσω του Ενιαίου Βιβλίου Εντολών, αναμένεται να συνδέσει την Αθήνα με ένα βαθύ πανευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο ρευστότητας, βελτιώνοντας τη διαμόρφωση τιμών, τα spreads και την ποιότητα εκτέλεσης, ενώ η μετάβαση σε ενιαίο πλαίσιο εκκαθάρισης και διακανονισμού θα ενισχύσει τη συνολική αποτελεσματικότητα της αγοράς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ελληνικό χρηματιστήριο ήταν το μοναδικό της Ευρωζώνης που παρέμεινε υποβαθμισμένο από το 2013, όταν και αφαιρέθηκε από τον MSCI η ιδιότητα της ανεπτυγμένης αγοράς. Πρόκειται για μια απόφαση χωρίς προηγούμενο για άλλη ανεπτυγμένη αγορά, γεγονός που καθιστά τη σημερινή διαδικασία αναβάθμισης ιδιαίτερα συμβολική.
Παράλληλα, και άλλοι μεγάλοι οίκοι έχουν ήδη κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση, με τον FTSE Russell, τον S&P Dow Jones και πιθανότατα τον STOXX να έχουν δρομολογήσει ή να εξετάζουν την επανένταξη της Ελλάδας στις Ανεπτυγμένες Αγορές με ισχύ από το 2026.
Η αναβάθμιση θεωρείται ορόσημο για την εγχώρια κεφαλαιαγορά, καθώς αντανακλά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία. Αναμένεται να διευρύνει τη βάση των διεθνών επενδυτών, επιτρέποντας την είσοδο κεφαλαίων που επενδύουν αποκλειστικά σε ανεπτυγμένες αγορές και διαχειρίζονται πολλαπλάσια κεφάλαια σε σχέση με εκείνα των αναδυόμενων αγορών.
Το γεγονός ότι περίπου το 70% των παγκόσμιων funds ακολουθεί τους δείκτες MSCI αναδεικνύει τη βαρύτητα της συγκεκριμένης αναβάθμισης, ενώ η αυξημένη συναλλακτική δραστηριότητα που ήδη καταγράφεται συνδέεται άμεσα με την προσδοκία αυτή.
Τα οφέλη εκτείνονται από την προσέλκυση μακροπρόθεσμων θεσμικών επενδυτών και την αύξηση της παθητικής ροής κεφαλαίων μέσω ETFs, έως την ενίσχυση της διεθνούς ορατότητας των ελληνικών εισηγμένων και τη βελτίωση της ποιότητας των συναλλαγών. Παράλληλα, η αναβάθμιση λειτουργεί ως επιβεβαίωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και εδραιώνει τη θέση της Ελλάδας ως ανεπτυγμένης δικαιοδοσίας τόσο στην αγορά ομολόγων όσο και στην αγορά μετοχών, επιβάλλοντας υψηλότερα πρότυπα διαφάνειας και ESG.
Οι επιφυλακτικές φωνές
Πάντως υπάρχουν και εκθέσεις ξένων οίκων οι οποίοι αντιμετωπίζουν τουλάχιστον με επιφυλακτικότητα την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου. Όπως η JP Morgan και Morgan Stanley .
Η Morgan Stanley για μία ακόμη φορά, εκτιμά ότι «καλύτερα από τους πρώτους στο χωριό, παρά τελευταίοι στην πόλη». Σε πρόσφατη έκθεσή της εκτιμά ότι η ελληνική αγορά γίνεται μικρός παίκτης μέσα στις ανεπτυγμένες αγορές και εκτιμά ότι θα υπάρξουν καθαρές εκροές 0,8 δισ. δολάρια.
Η αναβάθμιση του Χ.Α σε ανεπτυγμένη αγορά δεν αρέσει και στην JP Morgan. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, η Ελλάδα θα ενταχθεί στον MSCI Europe με μόλις πέντε μετοχές, έναντι οκτώ σήμερα στον δείκτη αναδυόμενων αγορών και το ειδικό βάρος της χώρας θα περιοριστεί.
Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στις ροές. Τα funds που παρακολουθούν δείκτες αναπτυγμένων αγορών θα πρέπει να αγοράσουν ελληνικές μετοχές ύψους περίπου 5,1 δισ. δολαρίων, όμως τα funds αναδυόμενων αγορών θα υποχρεωθούν να πουλήσουν περίπου 5,4 δισ. δολάρια. Το καθαρό αποτέλεσμα είναι οριακά αρνητικό.
Η αναβάθμιση από μόνη της δεν εγγυάται εισροές, ούτε αυξημένο ενδιαφέρον, τονίζει Αντιθέτως, το ιστορικό προηγούμενο της αναβάθμισης του 2001 υποδηλώνει ότι το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ουδέτερο έως αρνητικό για τις ροές και την ορατότητα της αγοράς, σημειώνει η JP Morgan.
Παρόλο που ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος από την αναβάθμιση στις καθαρές ροές επενδυτών και την απόδοση της αγοράς παραμένει ένας παράγοντας-μπαλαντέρ, συνολικά, η NBG Securities εκτιμά ότι θα είναι θετικός μακροπρόθεσμα, σηματοδοτώντας την επιστροφή των ελληνικών μετοχών στην κανονικότητα, προσελκύοντας έτσι πολύ μεγαλύτερους επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Διαβάστε ακόμη:
- «Βράζει» η Χαριλάου Τρικούπη: Αμφισβήτηση Ανδρουλάκη και εισηγήσεις να πάρει «κεφάλια»
- Η σπουδαιότερη ιδιωτική συλλογή μουσικών και πολιτιστικών κειμηλίων στο σφυρί
- Νέο σύστημα επιλογής στελεχών στο Δημόσιο: Εξετάσεις, φίλτρα και αξιοκρατία στο προσκήνιο
- Τέλος στο όριο των 100 ml στο Χίθροου: Αλλάζουν οι έλεγχοι ασφαλείας στα βρετανικά αεροδρόμια