Με την έκτη καλύτερη επίδοση παγκοσμίως άρχισε το 2026 το ελληνικό χρηματιστήριο, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει μηνιαίως η Deutsche Bank. Ο γενικός δείκτης του ΧΑ έκλεισε τον Ιανουάριο με κέρδη 9,17%, αλλά οι επιδόσεις των μετάλλων και του πετρελαίου ήταν υψηλότερες.
Όπως εξηγεί η Deutsche Bank, η εικόνα των αγορών τον Ιανουάριο ήταν ισχυρή, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά νευρική. Τα θετικά μακροοικονομικά στοιχεία συνέχισαν να στηρίζουν τα ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία, οδηγώντας τον δείκτη S&P 500 πρόσκαιρα πάνω από τις 7.000 μονάδες για πρώτη φορά στην ιστορία του. Ωστόσο, όπως είχε συμβεί και το 2025, τα εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα έκρυβαν έντονη υποκείμενη μεταβλητότητα, καθώς το γεωπολιτικό ρίσκο αυξήθηκε σημαντικά.
Σύμφωνα με τη γερμανική τράπεζα, οι γεωπολιτικές εντάσεις σε Βενεζουέλα, Ιράν και Γροιλανδία κυριάρχησαν στην ατζέντα, προκαλώντας ισχυρές αναταράξεις στις αγορές εμπορευμάτων και συναλλάγματος. Το Brent κατέγραψε άνοδο 16,2% μέσα στον μήνα, τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο των τελευταίων τεσσάρων ετών, μετά την προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι μια «μαζική αρμάδα» κατευθύνεται προς το Ιράν, πυροδοτώντας σενάρια αμερικανικού πλήγματος
Παράλληλα, τα πολύτιμα μέταλλα σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο των τελευταίων δεκαετιών. Ο χρυσός ενισχύθηκε κατά 13,3%, καταγράφοντας την ισχυρότερη μηνιαία επίδοση από τον Σεπτέμβριο του 1999, παρά τη βίαιη διόρθωση στο τέλος του μήνα. Όλα αυτά εκτυλίχθηκαν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης πίεσης στο δολάριο, το οποίο σημείωσε τη μεγαλύτερη τετραήμερη πτώση από την αναταραχή της «Liberation Day» πέρυσι, αποδυναμώνοντας έναντι όλων των νομισμάτων του G10 τον Ιανουάριο.
Η γεωπολιτική στο επίκεντρο
Όπως επισημαίνει η Deutsche Bank, η χρονιά ξεκίνησε με πυκνά γεωπολιτικά γεγονότα. Στις 3 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο συνελήφθη από αμερικανικές δυνάμεις και μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε ερωτήματα για τις επιπτώσεις στην αγορά πετρελαίου, καθώς, σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (EIA), η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα αργού πετρελαίου παγκοσμίως, που αντιστοιχούν στο 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων.
Οι αγορές κλήθηκαν να σταθμίσουν τον κίνδυνο βραχυπρόθεσμων διαταραχών στην προσφορά έναντι της πιθανότητας αύξησης της παραγωγής σε βάθος χρόνου. Πέρα από τα βενεζουελάνικα assets και ορισμένες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, η συνολική αντίδραση των αγορών ήταν περιορισμένη.
Αντίθετα, οι εξελίξεις στο Ιράν είχαν σαφώς εντονότερο αντίκτυπο. Το Brent έκλεισε ξανά πάνω από τα 70 δολάρια το βαρέλι, καθώς εντάθηκαν οι φήμες περί αμερικανικού πλήγματος. Στις 13 Ιανουαρίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι ακύρωσε όλες τις συναντήσεις με Ιρανούς αξιωματούχους, καλώντας τους διαδηλωτές να καταλάβουν τους κρατικούς θεσμούς. Την επόμενη ημέρα, το Reuters μετέδωσε ότι προσωπικό κλήθηκε να αποχωρήσει από την αμερικανική βάση Al Udeid στο Κατάρ, γεγονός που αναζωπύρωσε φόβους άμεσης κλιμάκωσης.
Παρότι ο Τραμπ επιχείρησε αργότερα να υποβαθμίσει τις εντάσεις, δηλώνοντας ότι «οι δολοφονίες στο Ιράν σταματούν», οι τιμές του πετρελαίου επανήλθαν σε ανοδική τροχιά όταν, στις 28 Ιανουαρίου, έκανε λόγο για «μαζική αρμάδα που κατευθύνεται προς το Ιράν». Έτσι, στο τέλος του μήνα, το Brent είχε ενισχυθεί κατά 16,2%, στα 70,69 δολάρια το βαρέλι – τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο από τον Ιανουάριο του 2022.
Γροιλανδία και εμπορικές απειλές
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο μέτωπο της Γροιλανδίας. Στις 14 Ιανουαρίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας». Λίγες ημέρες αργότερα, απείλησε με την επιβολή δασμών 10% σε ευρωπαϊκές χώρες από την 1η Φεβρουαρίου, και 25% από τον Ιούνιο, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία για την «πλήρη και ολοκληρωτική αγορά της Γροιλανδίας».
Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν έντονη στροφή προς την αποφυγή ρίσκου, με τον S&P 500 να υποχωρεί κατά 2,1% στην επόμενη συνεδρίαση. Ακολούθησαν σκληρές δηλώσεις από Ευρωπαίους αξιωματούχους, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ να κάνει λόγο για «συνεχείς προκλήσεις και ανταγωνισμό» από την πλευρά Τραμπ.
Ωστόσο, στις 21 Ιανουαρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι έχει διαμορφωθεί «πλαίσιο μελλοντικής συμφωνίας» για τη Γροιλανδία και την ευρύτερη Αρκτική, ενώ ξεκαθάρισε ότι οι δασμοί της 1ης Φεβρουαρίου δεν θα εφαρμοστούν. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε ανάκαμψη των αγορών, με τον S&P 500 να καταγράφει νέο ιστορικό υψηλό στις 27 Ιανουαρίου και να κλείνει τον μήνα με συνολική άνοδο 1,4%.
Fed, χρυσός και δολάριο
Στο επίκεντρο βρέθηκε και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, μετά την έναρξη ποινικής έρευνας από το υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία επανέφερε στο προσκήνιο ζητήματα ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας. Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν περαιτέρω τον χρυσό, ο οποίος κατέγραψε την καλύτερη μηνιαία επίδοση εδώ και περισσότερα από 25 χρόνια.
Η Deutsche Bank σημειώνει ότι η μεταβλητότητα υποτιμάται αν εξεταστούν μόνο τα τελικά μεγέθη. Στις 29 Ιανουαρίου, ο χρυσός έφτασε σε ενδοσυνεδριακό ιστορικό υψηλό στα 5.595 δολάρια ανά ουγγιά, για να ακολουθήσει απότομη διόρθωση και κλείσιμο του μήνα στα 4.894 δολάρια. Στις 30 Ιανουαρίου καταγράφηκε πτώση 8,95%, η μεγαλύτερη ημερήσια από τον Απρίλιο του 2013.
Ταυτόχρονα, ο δείκτης του δολαρίου υποχώρησε κατά 1,4% τον Ιανουάριο, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη τετραήμερη πτώση από τον Απρίλιο του 2025. Η πίεση εντάθηκε όταν ο Τραμπ σχολίασε ότι θεωρεί την πτώση του δολαρίου «εξαιρετική», αν και οι αγορές σταθεροποιήθηκαν μετά την επανεπιβεβαίωση της πολιτικής «ισχυρού δολαρίου» από τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Στις 30 Ιανουαρίου ανακοινώθηκε επίσης ότι ο Κέβιν Γουόρς προτάθηκε από τον Τραμπ για την προεδρία της Fed.
Διαβάστε ακόμη:
- «Βράζει» η Χαριλάου Τρικούπη: Αμφισβήτηση Ανδρουλάκη και εισηγήσεις να πάρει «κεφάλια»
- Η σπουδαιότερη ιδιωτική συλλογή μουσικών και πολιτιστικών κειμηλίων στο σφυρί
- Νέο σύστημα επιλογής στελεχών στο Δημόσιο: Εξετάσεις, φίλτρα και αξιοκρατία στο προσκήνιο
- Τέλος στο όριο των 100 ml στο Χίθροου: Αλλάζουν οι έλεγχοι ασφαλείας στα βρετανικά αεροδρόμια