Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε ένα ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, όπου κυριαρχεί η αναδιάταξη των εμπορικών συσχετισμών, ενώ μεγάλες οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με διευρυμένα κρατικά χρέη και πίεση για δημοσιονομικές προσαρμογές, όπως επισημαίνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αν κάτι ξεχωρίζει, είναι οι δημοσιονομικές επιδόσεις. Ειδικότερα, το 2025 η πορεία των φορολογικών εσόδων υπερέβη σημαντικά τους δημοσιονομικούς στόχους, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη δυναμική της οικονομίας και τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Σύμφωνα και με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται σε πλεόνασμα 3,7% του ΑΕΠ για το 2025, υψηλότερο από την πρόβλεψη του Προϋπολογισμού 2025 (2,4% του ΑΕΠ). Αντίστοιχα, το συνολικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα παραμείνει πλεονασματικό, σε επίπεδο 0,6% του ΑΕΠ, έναντι στόχου για έλλειμμα 0,6% του ΑΕΠ στον Προϋπολογισμό 2025.

Επίσης, για το 2026 προβλέπεται δημοσιονομική χαλάρωση, καθώς τα δημοσιονομικά αποτελέσματα παραμένουν ισχυρότερα των στόχων του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου 2025-28 (ΜΔΣ), αντανακλώντας τη σημαντική υπεραπόδοση των δύο τελευταίων ετών. Ειδικότερα, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται σε 2,8% του ΑΕΠ για το 2026, υψηλότερο του στόχου 2,4% του ΑΕΠ στο ΜΔΣ, ενώ το συνολικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται οριακά ελλειμματικό (-0,1% του ΑΕΠ), έναντι αρχικής πρόβλεψης για έλλειμμα 0,8% του ΑΕΠ στο ΜΔΣ. Σε διαρθρωτικούς όρους, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται σε 2,2% του ΑΕΠ, στα ίδια περίπου επίπεδα με τις προβλέψεις του ΜΔΣ.

Όπως παρατηρεί η ΤτΕ, η δημοσιονομική πολιτική την περίοδο 2025-26 εκτιμάται ότι θα μεταστραφεί σε επεκτατική, αντανακλώντας αφενός τα μέτρα στήριξης με έμφαση στη μείωση του φορολογικού βάρους και αφετέρου την αύξηση των επενδυτικών δαπανών μέσω του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Η μείωση της άμεσης φορολογίας, ειδικά στη μισθωτή απασχόληση, αναμένεται να ενισχύσει την προσφορά εργασίας και να μειώσει το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των μισθολογικών πιέσεων και, κατ’ επέκταση, των πληθωριστικών προσδοκιών.

Η μεταστροφή αυτή πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον σταδιακής χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη, γεγονός που καθιστά τη δημοσιονομική στήριξη συμπληρωματική προς τις επιδιώξεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για σταθεροποίηση του πληθωρισμού κοντά στον μεσοπρόθεσμο στόχο της. Η νέα φάση δημοσιονομικής επέκτασης έρχεται μετά από μια τριετία συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής (2022-24), η οποία είχε λειτουργήσει ευθυγραμμισμένα με την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής της ίδιας περιόδου.

Η ΤτΕ σημειώνει, πάντως, ότι δεδομένης της αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας – ιδίως λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και της κλιματικής κρίσης – ο μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός της δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να εστιάζει στην αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων, διατηρώντας παράλληλα επαρκή ευελιξία για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων εξελίξεων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος των δαπανών και η διατήρηση επαρκών δημοσιονομικών αποθεμάτων μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας, ενώ η ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους μπορεί να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Η συνετής δημοσιονομική πολιτική, σε συνδυασμό με την ενισχυμένη εποπτεία των ανεξάρτητων εθνικών δημοσιονομικών αρχών στο πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου, διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τους κανόνες που εγγυώνται τη μόνιμη και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Το κόστος των μέτρων στήριξης

Οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις το 2025, σύμφωνα με το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) 2026-2029, περιλαμβάνουν συνολικό κόστος δημοσιονομικών μέτρων 3,036 δισ. ευρώ (1,2% του ΑΕΠ). Στόχος των περισσότερων παρεμβάσεων είναι η στήριξη των εισοδημάτων των νοικοκυριών, και ειδικότερα των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και της καταναλωτικής αγοραστικής δύναμης. Παράλληλα, εντείνονται οι προσπάθειες για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και των δημογραφικών προκλήσεων.

Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των παρεμβάσεων για το 2026 προβλέπεται να ανέλθει σε 5,940 δισ. ευρώ (2,3% του ΑΕΠ), αυξημένο σε σχέση με το 2025 κατά 2,904 δισ. ευρώ. Οι δημοσιονομικές πρωτοβουλίες του προσεχούς έτους ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο της ΔΕΘ 2025 και αποτυπώνονται στην Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026. Κυριότερη δημοσιονομική παρέμβαση στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος είναι η αναμόρφωση της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος, με έμφαση στις οικογένειες με παιδιά, στους νέους και στη μεσαία τάξη, ύψους 1,218 δισ. ευρώ.

Οι παρεμβάσεις στην οικονομία με ορίζοντα το 2029 αναμένεται να συνεχιστούν και να ενταθούν, με νέα μέτρα για την ανακούφιση των συνεπειών των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας (στέγαση, δημογραφικό) και κυρίως για την ενίσχυση του πραγματικού εισοδήματος των πολιτών. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ΠΔΠ 2026-2029, το συνολικό κόστος των δημοσιονομικών παρεμβάσεων που έχουν ήδη ανακοινωθεί ή νομοθετηθεί αναμένεται να ανέλθει σε 7,94 δισ. ευρώ το 2027, σε 9,01 δισ. ευρώ το 2028 και σε 10,1 δισ. ευρώ το 2029.

Η πορεία του χρέους και οι αποπληρωμές

Την ίδια ώρα, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αναμένεται να συνεχιστεί με ταχείς ρυθμούς την περίοδο 2025-29. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), η βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας διατηρεί την έντονα μειωτική επίδραση του ονομαστικού ΑΕΠ στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, παρά την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Σε συνδυασμό με την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, προβλέπεται περαιτέρω μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης κατά 8,3 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 και κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2026, σε 145,9% και 138,2% του ΑΕΠ αντίστοιχα.

Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει έτος-ορόσημο για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας, καθώς το δημόσιο χρέος της Ελλάδας προβλέπεται να προσεγγίσει εκείνο της Ιταλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ, παύοντας να αποτελεί εξαίρεση στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, για τα έτη 2027-29 το χρέος θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται χάρη στα πρωτογενή πλεονάσματα και τις πρόωρες αποπληρωμές.

Στο πλαίσιο της ενεργής διαχείρισης του δημοσίου χρέους και με στόχο τον περιορισμό του κινδύνου αύξησης του κόστους δανεισμού, πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2024 πρόωρη αποπληρωμή οφειλών ύψους 7,935 δισ. ευρώ, που αφορούσαν λήξεις των ετών 2026-2028. Παράλληλα, εγκρίθηκε από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας αίτημα πρόωρης αποπληρωμής 5,29 δισ. ευρώ, το οποίο καλύπτει τμήμα οφειλών με προγραμματισμένες λήξεις την περίοδο 2033–2041.

Η αρχική πρόβλεψη αποπληρωμής των δανείων GLF εκτεινόταν έως το 2041, ωστόσο βάσει της τρέχουσας στρατηγικής επιδιώκεται η πλήρης εξόφλησή τους έως το 2031, δηλαδή δέκα έτη νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Η επιτάχυνση αυτή εκτιμάται ότι θα έχει άμεση θετική επίδραση στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, στη συγκράτηση των δαπανών τόκων και στη σταθεροποίηση των χρηματοδοτικών αναγκών, ενισχύοντας τη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα και το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Η συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες

Το ΕΔΣ σημειώνει παράλληλα ότι, προβλέπεται ότι η ετήσια αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 θα είναι 4,4% και για το 2026 5,7%, ποσοστά τα οποία υπερβαίνουν το ανώτατο ετήσιο όριο του 3,7% και 3,6%, αντίστοιχα που έχουν καθοριστεί στο ΜΔΣ 2025-2028 και εγκριθεί από το Συμβούλιο . Οι εκτιμήσεις είναι συμβατές με το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο, καθώς η πραγματική ετήσια μεταβολή που καταγράφηκε το 2024 ήταν -0,2% (ή 0,23 δισ. ευρώ), δηλαδή χαμηλότερη από το προβλεπόμενο ετήσιο όριο, δημιουργώντας έτσι δημοσιονομικό περιθώριο για υψηλότερες, καθαρές, πρωτογενείς δαπάνες την περίοδο 2025-2028.

Η θετική αυτή απόκλιση αποδίδεται, κυρίως, στην μεγαλύτερη του αναμενόμενου επίδραση των μέτρων ενεργητικής δημοσιονομικής πολιτικής και συγκεκριμένα, των μέτρων για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, καθώς και στην χαμηλότερη από την αναμενόμενη συνολική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης. Επιπλέον, σύμφωνα με το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο, επιτρέπεται ετήσια απόκλιση της τάξεως των 0,3 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ (περίπου 0,75 δισ. ευρώ), παρέχοντας επιπλέον ευελιξία.

Τέλος, η εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263, παρέχει μια επιπλέον δυνατότητα απόκλισης από την εγκεκριμένη πορεία των καθαρών δαπανών, η οποία ευνοεί τις δαπάνες του 2026. Συγκεκριμένα, οι αμυντικές δαπάνες εκτιμώνται αυξημένες κατά περίπου 0,1% του ΑΕΠ για το έτος 2025, και 0,3% του ΑΕΠ για το 2026, σε σύγκριση με το έτος βάσης 2024. Για τα έτη 2027 και 2028, η αύξηση των καθαρών δαπανών προβλέπεται ότι θα παραμείνει εντός του εγκεκριμένου ετήσιου ορίου. Για το έτος 2029, το ανώτατο όριο αύξησης των καθαρών δαπανών θα τεθεί με το επόμενο ΜΔΣ που αναμένεται να υποβληθεί την άνοιξη του 2028.

Ωστόσο, οι προβλεπόμενες σωρευτικές αυξήσεις των καθαρών πρωτογενών δαπανών για το 2025 (4,3%) και για το 2026 (10,3%) παραμένουν εντός των ορίων του ΜΔΣ 2025-2028 (6,5% και 10,3% αντίστοιχα). Για τα έτη μετά το 2026 η σωρευτική αύξηση συνεχίζει να βρίσκεται εντός του πλαισίου με καθοδική πορεία από το οριακό επίπεδο του 2026 στο βελτιωμένο 13,6% για το 2027, και στο 16,7% για το 2028 με όρια 13,7% και 17,1% αντίστοιχα.

Δημόσιο χρέος και ανάπτυξη

Από την πλευρά του το ΓΠΚΒ στην τελευταία του έκθεση εστίασε στη σχέση μεταξύ του λόγου χρέους-ΑΕΠ (“χρέους”) και της παραγωγικότητας που αποτελεί βασικό πυλώνα της ευημερίας των πολιτών. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει τεκμηριώσει μια αρνητική —και συχνά μη γραμμική— σχέση μεταξύ δημοσίου χρέους και οικονομικής μεγέθυνσης, ιδίως όταν τα επίπεδα χρέους παραμένουν υψηλά για παρατεταμένες περιόδους. Καθώς για την Ελλάδα ο λόγος χρέους-ΑΕΠ είναι αρκετά υψηλός για μακρύ χρονικό διάστημα, το ΓΠΚΒ θεώρησε σημαντική την εμπειρική ανάλυση της ανωτέρω σχέσης.

Πολλές μελέτες δείχνουν ότι όταν το χρέος υπερβαίνει το εύρος 90% έως 100% του ΑΕΠ, οι ρυθμοί ανάπτυξης τείνουν να εξασθενούν. Στην Ελλάδα διακρίνονται δύο φάσεις στη σχέση χρέους-παραγωγικότητας: Στην πρώτη φάση (1980-2008) τόσο η συνολική παραγωγικότητα όσο και η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνονται μαζί με το δημόσιο χρέος. Στη δεύτερη φάση (2009-2019), μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας και με το δημόσιο χρέος να έχει υπερβεί το 110% του ΑΕΠ, διαφαίνεται μια αρνητική σχέση, με τη συνολική παραγωγικότητα και την παραγωγικότητα της εργασίας να μειώνονται σημαντικά καθώς το δημόσιο χρέος αυξάνεται.

Η εμπειρική διερεύνηση επιβεβαίωσε την ύπαρξη δύο καθεστώτων: κάτω από ένα κατώφλι το οποίο προσδιορίζεται στο εύρος χρέους (δηλαδή, λόγου χρέους-ΑΕΠ) 91%–105%, η σχέση χρέους–παραγωγικότητας εμφανίζεται ασθενής, ενώ πάνω από αυτό το εύρος χρέους η αύξηση του χρέους συνδέεται με στατιστικά σημαντική μείωση τόσο της συνολικής παραγωγικότητας όσο και της παραγωγικότητας της εργασίας.

Αξιοποιώντας τα ευρήματα αυτά, το ΓΚΠΒ υπολόγισε ότι κατά την διάρκεια της δεύτερης φάσης, που περιλαμβάνει τα έτη 2009 έως 2019, ο μέσος όρος αύξησης του λόγου χρέους-ΑΕΠ κατά 78 ποσοστιαίες μονάδες περίπου συνδέθηκε με απώλεια της συνολικής παραγωγικότητας κατά 13,1% και της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 12,7% σε σχέση με την μακροχρόνια τάση τους.

Δεδομένου ότι η παραγωγικότητα έχει αποτελέσει τον βασικό μοχλό οικονομικής μεγέθυνσης στην Ελλάδα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, τα παραπάνω αποτελέσματα έχουν ιδιαίτερη σημασία στις προτεραιότητες οικονομικής πολιτικής. Δείχνουν ότι η σχέση δημοσίου χρέους με την παραγωγικότητα (και κατ’ επέκταση με το ΑΕΠ) αλλάζει ουσιωδώς όταν ο λόγος χρέους-ΑΕΠ υπερβεί την περιοχή του 100%: κάτω από αυτό το εύρος η σχέση είναι ουδέτερη, ενώ πάνω από αυτό η αύξηση του δημοσίου χρέους συνδέεται με χαμηλότερο επίπεδο συνολικής παραγωγικότητας και παραγωγικότητας της εργασίας.

Χρέος και επενδύσεις

Από την άλλη, οι ιδιωτικές επενδύσεις φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιβράδυνση της παραγωγικότητας και της οικονομικής μεγέθυνσης όταν το χρέος αυξάνεται, καθώς η μετάβαση στο «καθεστώς υψηλού χρέους» συμπίπτει με σημαντική πτώση του μεριδίου των ιδιωτικών επενδύσεων στο ΑΕΠ (από 13,8% στο καθεστώς χαμηλού χρέους σε 8,9% στο καθεστώς υψηλού χρέους). Η συσσώρευση δημοσίου χρέους πλήττει τις ιδιωτικές επενδύσεις με δύο βασικούς τρόπους.

Πρώτον, η διόγκωση του χρέους και η επιδείνωση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας αυξάνουν τα ασφάλιστρα κινδύνου και τα πραγματικά επιτόκια δανεισμού, περιορίζοντας την πρόσβαση του ιδιωτικού τομέα σε χρηματοδότηση – εξέλιξη που στην ελληνική κρίση χρέους οδήγησε σε εκτίναξη των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και ουσιαστικό αποκλεισμό της χώρας από τις αγορές.

Δεύτερον, η διατήρηση υψηλών επιπέδων χρέους οδηγεί σε στρεβλωτική χρηματοδότηση, μέσω αυξημένων φόρων στην εργασία και στο κεφάλαιο και περικοπών παραγωγικών δημοσίων δαπανών, μειώνοντας την καθαρή απόδοση του ιδιωτικού κεφαλαίου και αποθαρρύνοντας περαιτέρω τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Οι ασθενέστερες ιδιωτικές επενδύσεις μειώνουν το ΑΕΠ τόσο άμεσα, καθώς αποτελούν βασική συνιστώσα της συνολικής ζήτησης, όσο και έμμεσα μέσω της παραγωγικότητας. Χαμηλότερα ποσοστά επένδυσης συνεπάγονται βραδύτερη αύξηση του κεφαλαιακού αποθέματος και της κεφαλαιακής εμβάθυνσης, άρα χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά και καθυστέρηση στην ενσωμάτωση νέας τεχνολογίας και οργανωτικών καινοτομιών, γεγονός που περιορίζει τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών.

Τα ευρήματα από την ανάλυση της σχέσης χρέους-παραγωγικότητας τεκμηριώνουν την άποψη ότι μία από τις προτεραιότητες πολιτικής πρέπει να αποτελεί η ταχεία μείωση του χρέους με παράλληλη ενίσχυση της παραγωγικότητας, και τελικά ενίσχυση των μισθών.

Διαβάστε ακόμη: