Σε φάση εντατικής προετοιμασίας βρίσκεται η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στον ΑΔΜΗΕ, με την απόφαση για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1 δισ. ευρώ να θεωρείται ειλημμένη, χωρίς ωστόσο η κυβέρνηση, σε αυτή τη φάση, να ανοίγει τα χαρτιά της ως προς τους τελικούς όρους και το χρονοδιάγραμμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, κυβερνητικοί παράγοντες περιγράφουν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η διαδικασία, επιβεβαιώνοντας ότι το βάρος μετατοπίζεται πλέον στη δομή της συναλλαγής και στη σύνθεση των επενδυτών που θα συμμετάσχουν, αν δηλαδή η αύξηση θα γίνει παρουσία νέων μετοχων ή με κάλυψη των υφιστάμενων.
Αποτίμηση, κόστος κεφαλαίου και «upside»
Κυβερνητικοί κύκλοι σημειώνουν ότι η σχεδιαζόμενη κεφαλαιακή επάρκεια του διαχειριστή πρέπει να γίνει με γνώμονα τη σωστή αποτίμηση και το συνολικό κόστος χρηματοδότησης, ώστε να διασφαλιστεί ότι η συμμετοχή του Δημοσίου γίνεται με όρους, που προστατεύουν την αξία του.
Στο πλαίσιο αυτό, αναγνωρίζεται ότι η επιλογή συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων στην αύξηση συνεπάγεται και παραχώρηση μέρους του μελλοντικού «upside». Της δυνητικής δηλαδή υπεραξίας που μπορεί να δημιουργηθεί σε βάθος χρόνου από την αύξηση της αξίας της εταιρείας, την ενίσχυση της κερδοφορίας και τα μελλοντικά μερίσματα.
Πρόκειται για συνειδητή επιλογή, καθώς το Δημόσιο δέχεται να μοιραστεί μέρος του μελλοντικού οφέλους, προκειμένου να εξασφαλίσει άμεσα κεφάλαια, να μειώσει το χρηματοδοτικό βάρος και να επιταχύνει την υλοποίηση κρίσιμων ενεργειακών επενδύσεων.
Στο πλαίσιο της υπό εξέταση μετοχικής αναδιάρθρωσης, εκτιμάται ότι μετά την είσοδο ιδιώτη επενδυτή μέσω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, το ποσοστό του Δημοσίου στον ΑΔΜΗΕ θα διαμορφωθεί πέριξ του 34%. Το επίπεδο αυτό θεωρείται ικανό να διατηρήσει ουσιαστική παρουσία του Δημοσίου στη μετοχική σύνθεση και στη στρατηγική κατεύθυνση της εταιρείας, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει τον δρόμο για την προσέλκυση των ιδιωτικών κεφαλαίων, που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος.
Μετοχικό πλαίσιο και ισορροπίες
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη στρατηγική κρίνεται αναγκαία για την απρόσκοπτη υλοποίηση του εκτεταμένου επενδυτικού προγράμματος του Διαχειριστή.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διατήρηση του υφιστάμενου μετοχικού status. Αυτό αφορά ρητά τη συμμετοχή της κινεζικής State Grid, η οποία κατέχει ποσοστό 24%. Η αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους επενδυτές, όπως επισημαίνεται, προϋποθέτει συνέπεια στις συμφωνίες που έχουν υπογραφεί και δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση εκ των υστέρων.
Αμερικανικό ενδιαφέρον και γεωοικονομικό πλαίσιο
Την ίδια στιγμή, στο τραπέζι βρίσκεται το ενδεχόμενο συμμετοχής στην ΑΜΚ αμερικανικών κεφαλαίων, γεγονός που προσδίδει στη διαδικασία σαφή γεωπολιτική διάσταση.
Η παρουσία δυτικών – και ειδικά Αμερικανών – επενδυτών σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, χωρίς ωστόσο να θεωρείται αυτονόητη υπό τις παρούσες διεθνείς ισορροπίες.
Στο ίδιο πλαίσιο, περιγράφεται μια ευρύτερη μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής προς το geo-business. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται πλέον πιο ενεργές στο να παροτρύνουν ιδιωτικές εταιρείες να αποκτούν συμμετοχές σε στρατηγικές υποδομές, ακόμη και σε σχήματα όπου ήδη συμμετέχουν άλλοι διεθνείς μέτοχοι.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του λιμανιού στη Διώρυγα του Παναμά, όπου η διαχείριση από τον όμιλο Hutchison βρέθηκε στο επίκεντρο γεωπολιτικών προβληματισμών. Η απάντηση που εξετάστηκε δεν ήταν η ανατροπή της υφιστάμενης συμφωνίας, αλλά η είσοδος ισχυρού αμερικανικού θεσμικού παίκτη, όπως η BlackRock, η οποία σημειωτέον φιγουράρει στους ενδιαφερόμενους και στην περίπτωση του ΑΔΜΗΕ, ώστε να δημιουργηθεί ένα σχήμα συνύπαρξης και εξισορρόπησης με τους Κινέζους.
Κατά την ίδια λογική, εκτιμάται ότι ένα αντίστοιχο μοντέλο θα μπορούσε να λειτουργήσει και στην περίπτωση του Έλληνα διαχειριστή του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. «Είναι μέσα η State Grid; Βάλε δίπλα και μια αμερικανική εταιρεία», είναι η χαρακτηριστική αποτύπωση της συλλογιστικής που μεταφέρεται, με στόχο τη γεωπολιτική εξισορρόπηση χωρίς ανατροπή των υφιστάμενων συμφωνιών.
Την ίδια ώρα, επισημαίνεται με σαφήνεια από κυβερνητικές πηγές ότι στη σημερινή συγκυρία η περαιτέρω επέκταση της συνεργασίας με την Κίνα δεν αποτελεί προτεραιότητα, κάτι που γνωρίζουν και οι ίδιοι οι Κινέζοι επενδυτές και έχουν αποδεχτεί.
Αυτό, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αμφισβήτηση των δεσμεύσεων του παρελθόντος. Η κυβέρνηση, όπως έχει διατυπωθεί και δημοσίως, δεν αναιρεί συμφωνίες που έχουν υπογραφεί και οφείλει να διασφαλίζει τη θεσμική συνέχεια και την επενδυτική αξιοπιστία της χώρας.
Διαβάστε ακόμη:
- Αυξήσεις μισθών από το 2026: Έως 120 ευρώ τον μήνα για οικογένειες με παιδιά
- Επιστροφή ενοικίου 2025: Πότε μπαίνουν τα τελευταία χρήματα στους δικαιούχους
- Συναγερμός στη Γουέστ Χαμ για τον Μαυροπάνο: Αποχώρησε με φορείο στο FA Cup
- Ελληνικά αεροδρόμια: Από ρεκόρ σε ρεκόρ – Πού μπορεί να φτάσει η επιβατική έκρηξη