Μόσιαλος: Τα εμβόλια μειώνουν αλλά δεν εξαλείφουν τη διασποράΤα περισσότερα εμβόλια δεν προστατεύουν πλήρως από τη λοίμωξη, ακόμη και αν μπορούν να εμποδίσουν την εμφάνιση συμπτωμάτων. Ως αποτέλεσμα, οι εμβολιασμένοι άνθρωποι μπορούν να μεταφέρουν και να διαδώσουν εν αγνοία τους παθογόνα. Περιστασιακά, όπως στο παράδειγμα που ανέφερα, μπορούν ακόμη και να ξεκινήσουν επιδημίες.

Γιατί γίνεται αυτό;

Γιατί υπάρχουν -για να το πούμε απλά- δύο τύποι ανοσίας που επιτυγχάνονται με τα εμβόλια. Η μια αποτρέπει την πρόκληση σοβαρής ασθένειας από ένα παθογόνο, αλλά δεν μπορεί να το εμποδίσει να εισέλθει στο σώμα ή να πολλαπλασιαστεί. Η άλλη είναι η λεγόμενη «αποστειρωτική ανοσία», η οποία μπορεί να αποτρέψει πλήρως τις λοιμώξεις ακόμη και τις ασυμπτωματικές.

Ας δούμε και κάτι άλλο.

Μετά από τα εμβόλια της ηπατίτιδας Β, της παρωτίδας, της μηνιγγίτιδας και φυσικά της γρίπης, κάποιος μπορεί να νοσήσει και να μεταδώσει τον ιό. Για παράδειγμα στην περίπτωση της μηνιγγίτιδας (που προκαλείται από τα βακτήρια Neisseria meningitidis), υπάρχουν πολλά εμβόλια διαθέσιμα για δεκάδες διαφορετικά στελέχη. Τα τρία που δίνονται στις ΗΠΑ – MCV4, MPSV4 και MenB – μπορούν από κοινού να αποτρέψουν το 85-90% των περιπτώσεων ασθένειας. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να επιτρέπουν στους ανθρώπους να «μεταφέρουν» το παθογόνο.

Πού θέλω να καταλήξω;

Με κάποια πολύ γνωστά σε εμάς εμβόλια επιτυγχάνεται η μείωση της έντασης των συμπτωμάτων στους εμβολιασμένους, και έτσι οι άνθρωποι συνήθως δεν νοσηλεύονται, οι πανδημίες περιορίζονται και ελάχιστοι άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από λοιμώδη και μεταδοτικά νοσήματα.

Άρα, τελικά ποιο είναι το καλύτερο εργαλείο για τον έλεγχο του νέου κορωνοϊού;

Εύκολη απάντηση: το δικό μας ανοσοποιητικό σύστημα. Το βασικό πρόβλημα όμως είναι ότι το ανοσοποιητικό μας σύστημα πρέπει να εκτεθεί στον ιό για να μάθει πώς να μας προστατεύει. Και μερικές φορές δεν καταφέρνει να προστατεύσει κάποιους από την ένταση της λοίμωξης.

Τα εμβόλια όμως λύνουν αυτό το πρόβλημα αφήνοντας το ανοσοποιητικό μας σύστημα να «γνωρίσει» τον ιό πριν πραγματικά μολυνθούμε, ώστε να μάθει πώς να τον καταπολεμήσει αν χρειαστεί.

Γιατί έκανα όλη αυτή την εκτενή εισαγωγή;

Από μια πρόσφατη μετα-ανανάλυση που δημοσιεύτηκε γνωρίζουμε πως τα περισσότερα άτομα που μολύνονται με τον κορωνοϊό δεν θα παραμείνουν ασυμπτωματικά καθ ‘όλη τη διάρκεια της λοίμωξης άρα η ασυμπτωματικότητα τελικά ενδέχεται να αντιστοιχεί σε μικρότερο ποσοστό.

Επιπλέον με βάση την απόδοση παρόμοιων εμβολίων, και τα αναδυόμενα στοιχεία από τις κλινικές δοκιμές και τους μαζικούς εμβολιασμούς, κλίνουμε στο ότι ο εμβολιασμός κατά του COVID-19 μειώνει τις πιθανότητες μετάδοσης του ιού.

Τα στοιχεία δείχνουν πως η φυσική ανοσία θα διαρκεί πολλούς μήνες, αν και είναι δυνατή η επαναμόλυνση (ιδιαίτερα μετά από ήπια ασθένεια). Το εμβόλιο πιθανότατα θα παρέχει παρόμοιο χρονικό διάστημα προστασίας, και θα το γνωρίζουμε και αυτό σύντομα.

Το πιο σημαντικό είναι πως, ακόμη και αν η προστασία δεν είναι μόνιμη, είτε λόγω εξασθενημένης ανοσίας είτε λόγω νέων παραλλαγών του ιού, οι μεταγενέστερες λοιμώξεις πιθανότατα θα είναι λιγότερο σοβαρές για εκείνους των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα είχε την ευκαιρία να εκτεθεί στον ιό, είτε μέσω της λοίμωξης είτε μέσω του εμβολιασμού.

Επίσης, να θυμόμαστε πως ο μαζικός εμβολιασμός -όπως ήδη γνωρίζουμε από το Ισραήλ- οδηγεί σε σημαντικές μειώσεις στον αριθμό των νέων λοιμώξεων αλλά και των εισαγωγών στα νοσοκομεία και των θανάτων από τη λοίμωξη. Αυτός είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να αντιμετωπίσουμε την πανδημία, και όχι η έκθεση στον ιό.