Εκατό ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η διεθνής οικονομία εξακολουθεί να λειτουργεί υπό τη σκιά μιας σύγκρουσης που έχει ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στις αγορές, στην ενέργεια και στον πληθωρισμό.
Παρά τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που κατά καιρούς εμφανίζονται στο προσκήνιο, η ουσία δεν έχει αλλάξει. Οι συνομιλίες ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη παραμένουν εγκλωβισμένες σε αδιέξοδο, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν τερματιστεί πλήρως και η εύθραυστη εκεχειρία που κατά διαστήματα διαμορφώνεται δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός νέου οικονομικού περιβάλλοντος, στο οποίο η γεωπολιτική αβεβαιότητα συνυπάρχει με την ενεργειακή αστάθεια, τον επίμονο πληθωρισμό και την επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Η Wall Street αψηφά τον πόλεμο
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά των τελευταίων εκατό ημερών είναι η συμπεριφορά των αμερικανικών αγορών.
Όταν ξεκίνησαν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, οι επενδυτές αντέδρασαν με μαζικές πωλήσεις και έντονη νευρικότητα. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν κράτησε για πολύ.
Οι βασικοί δείκτες της Wall Street ανέκτησαν γρήγορα τις απώλειές τους και στη συνέχεια κατέγραψαν νέα ιστορικά υψηλά. Ο δείκτης S&P 500 συνέχισε να καταρρίπτει ρεκόρ, παρά το γεγονός ότι η σύγκρουση παραμένει ενεργή και οι τιμές της ενέργειας κινούνται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα από εκείνα που ίσχυαν πριν από τον πόλεμο.
Η εξήγηση βρίσκεται κυρίως στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Οι τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές AI, η αυξημένη ζήτηση για προηγμένους ημιαγωγούς και η ισχυρή κερδοφορία των τεχνολογικών κολοσσών λειτουργούν ως αντίβαρο απέναντι στις γεωπολιτικές ανησυχίες.
Η δυναμική αυτή έχει ευνοήσει όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και χώρες όπως η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα, οι οποίες αποτελούν βασικούς κρίκους της παγκόσμιας αλυσίδας παραγωγής μικροτσίπ.
Αντίθετα, η Ευρώπη εμφανίζεται περισσότερο εκτεθειμένη, καθώς παραμένει εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας και επηρεάζεται άμεσα από κάθε μεταβολή στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τα ομόλογα προειδοποιούν για νέο πληθωρισμό
Εκεί όπου οι ανησυχίες εμφανίζονται πιο καθαρά είναι στις αγορές κρατικών ομολόγων.
Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων έχουν κινηθεί ανοδικά σχεδόν σε όλες τις μεγάλες οικονομίες, καθώς οι επενδυτές θεωρούν ότι η ενεργειακή κρίση θα διατηρήσει τον πληθωρισμό υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόδοση του 30ετούς ομολόγου κινήθηκε στα υψηλότερα επίπεδα από την εποχή πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ενώ παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στην Ευρώπη.
Οι αγορές προεξοφλούν πλέον ότι οι κεντρικές τράπεζες θα δυσκολευτούν να προχωρήσουν σε ουσιαστική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις επιστρέφουν δυναμικά.
Η ανησυχία αυτή δεν αφορά μόνο τις τιμές της ενέργειας. Συνδέεται και με τις νέες διαταραχές στις μεταφορές, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στο παγκόσμιο εμπόριο, οι οποίες αυξάνουν το κόστος παραγωγής σε πολλούς τομείς της οικονομίας.
Το πετρέλαιο παραμένει ο μεγάλος κίνδυνος
Στην καρδιά όλων των εξελίξεων βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ.
Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη και οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία της επηρεάζει άμεσα την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.
Παρότι οι τιμές έχουν αποκλιμακωθεί από τα ακραία επίπεδα των πρώτων εβδομάδων της σύγκρουσης, παραμένουν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με τα προπολεμικά δεδομένα.
Το Brent εξακολουθεί να κινείται περίπου 36% υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, ενώ το αμερικανικό αργό WTI παρουσιάζει άνοδο σχεδόν 50%.
Οι αυξημένες εξαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών, η αξιοποίηση στρατηγικών αποθεμάτων και η χαμηλότερη από την αναμενόμενη κινεζική ζήτηση έχουν αποτρέψει μέχρι στιγμής μια ανεξέλεγκτη εκτίναξη των τιμών.
Ωστόσο, πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν η κρίση παραταθεί και τα παγκόσμια αποθέματα συνεχίσουν να μειώνονται, η επιστροφή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Ο πληθωρισμός επιστρέφει
Οι επιπτώσεις έχουν ήδη αρχίσει να περνούν στην πραγματική οικονομία.
Το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σταδιακά στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες και τελικά στα προϊόντα που φτάνουν στον καταναλωτή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πληθωρισμός ανήλθε τον Απρίλιο στο 3,8%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, ενώ αντίστοιχες πιέσεις παρατηρούνται σε πολλές ευρωπαϊκές και ασιατικές οικονομίες.
Κυβερνήσεις όπως της Γερμανίας και της Ινδίας έχουν ήδη προχωρήσει σε μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όμως η αγορά θεωρεί ότι η αποκλιμάκωση των τιμών θα παραμείνει δύσκολη όσο η ενεργειακή κρίση δεν επιλύεται οριστικά.
Οι επενδυτές εξακολουθούν να ποντάρουν στην αποκλιμάκωση
Παρά όλα αυτά, οι αγορές δεν έχουν εισέλθει σε καθεστώς πανικού.
Η κυρίαρχη εκτίμηση παραμένει ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη επιθυμούν μια μακροχρόνια και ανεξέλεγκτη σύγκρουση που θα μπορούσε να προκαλέσει βαθύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί οι επενδυτές συνεχίζουν να τοποθετούνται σε μετοχές και να στηρίζουν τις αγορές, παρά τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Εκατό ημέρες μετά το ξέσπασμα του πολέμου, το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές. Η παγκόσμια οικονομία έχει αποδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, όμως το κόστος της σύγκρουσης συσσωρεύεται καθημερινά. Και όσο η πολιτική λύση παραμένει μακριά, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι επιπτώσεις να γίνουν βαθύτερες και πιο μόνιμες για την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τις διεθνείς αγορές.
Διαβάστε ακόμη:
- Σκωτία: «Προκαλεί χάος» – Παπαγάλος «κατηγορείται» για ζημιές σε αυτοκίνητα
- Η βραδιά του 1,1 δισεκατομμυρίου που έγραψε ιστορία για τον οίκο Christie’s
- Ρεάλ Μαδρίτης ή Μπαρτσελόνα; Ο πάπας Λέων κλήθηκε να απαντήσει ποιον υποστηρίζει
- Μίνι ανασχηματισμός στο προσκήνιο: Οι κενές θέσεις και οι επιστροφές στο κυβερνητικό σχήμα