Με συγκρατημένη αισιοδοξία διαπραγματεύεται η Wall Street στη συνεδρίαση της Τρίτης, καθώς οι Αμερικανοί προσέρχονται στις κάλπες για τις ενδιάμεσες εκλογές, με τον έλεγχο του Κογκρέσου να διακυβεύεται και τις ανησυχίες για τις υψηλές δαπάνες στην τεχνητή νοημοσύνη να παραμένουν στο προσκήνιο.
Στο ταμπλό, αυτή την ώρα, o S&P 500 ενισχύεται κατά 0,56% και διαπραγματεύεται στις 7.582 μονάδες και ο Nasdaq κινείται υψηλότερα σε ποσοστό 1,01% και τις 25.419 μονάδες. Αντιθέτως, ο Dow Jones σημειώνει πτώση 0,25% στις 51.855 μονάδες.
Η νέα υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου προσφέρει στήριξη στην αγορά. Την ίδια στιγμή, οι τεχνολογικές μετοχές επιχειρούν να ανακάμψουν έπειτα από τις πρόσφατες ισχυρές ρευστοποιήσεις που οδήγησαν τον κλάδο σε περιοχή διόρθωσης. Το Brent υποχωρεί κατά 2,4%, επεκτείνοντας τις σημαντικές απώλειες της προηγούμενης συνεδρίασης, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν τις εξελίξεις γύρω από μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, προσθέτοντας ότι η Ουάσιγκτον θα σταματήσει να παρέχει στρατιωτική βοήθεια στο Ισραήλ μετά το τέλος του 2026.
Παράλληλα, οι αγορές παρακολουθούν το ενδεχόμενο νέας αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Αν και ο Τραμπ είχε αφήσει σχετικές αιχμές τις προηγούμενες εβδομάδες, όταν ρωτήθηκε τη Δευτέρα εάν εξετάζει νέα επίθεση μετά την ψηφοφορία, απάντησε αρνητικά.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα προστίθεται στις ανησυχίες για τις αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών και τη δυνατότητά τους να δικαιολογήσουν τις τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι στρέφονται ολοένα περισσότερο στις αγορές ομολόγων για τη χρηματοδότηση των σχεδίων τους, γεγονός που προκαλεί προβληματισμό για τη βιωσιμότητα των δαπανών, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Στελέχη μεγάλων επενδυτικών οργανισμών έχουν αρχίσει να προειδοποιούν για τον κίνδυνο δημιουργίας φούσκας στην αγορά της τεχνητής νοημοσύνης. Μεταξύ αυτών βρίσκονται ο διευθύνων σύμβουλος της Pacific Investment Management Company (PIMCO), Εμανουέλ Ρομάν, και ο πρόεδρος της Bain Capital, Τζον Κόνοτον, οι οποίοι επισημαίνουν την πιθανότητα μελλοντικής διόρθωσης έπειτα από την ταχύτατη ανάπτυξη του κλάδου.
Οι επιφυλάξεις αυτές δεν αναιρούν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης, τις οποίες εξακολουθούν να αναδεικνύουν κορυφαία στελέχη της Wall Street, αλλά ενισχύουν την προσοχή των επενδυτών απέναντι στις υψηλές αποτιμήσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Apple, η μετοχή της οποίας υποχωρεί κατά περίπου 4,4%, μετά την ανακοίνωση των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων της. Παρότι οι επιδόσεις της ξεπέρασαν τις προβλέψεις σε βασικούς δείκτες, η εταιρεία προειδοποίησε ότι η αύξηση του κόστους των τσιπ μνήμης θα συνεχίσει να πιέζει το μεικτό περιθώριο κέρδους κατά το εορταστικό τρίμηνο. Παράλληλα, η υστέρηση των πωλήσεων στην Κίνα έναντι των εκτιμήσεων, οι πιέσεις στα περιθώρια κέρδους και η επιβράδυνση της ανάπτυξης στις υπηρεσίες ενίσχυσαν τις αμφιβολίες για τη δυνατότητα του τεχνολογικού ομίλου να ανταποκριθεί στις υψηλές προσδοκίες της αγοράς.
Πιέσεις δέχεται και η Palantir Technologies, με τη μετοχή της να υποχωρεί κατά 6,1%, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία λογισμικού ανάλυσης δεδομένων με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης ανακοίνωσε αποτελέσματα τρίτου τριμήνου υψηλότερα των εκτιμήσεων και προέβλεψε έσοδα για το τελευταίο τρίμηνο του έτους πάνω από τις προσδοκίες.
Αντίθετα, οι μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών εμφανίζουν σημάδια ανάκαμψης. Η Nvidia ενισχύεται κατά 2,8%, επιχειρώντας να διακόψει ένα σερί τεσσάρων πτωτικών συνεδριάσεων. Οι πρόσφατες απώλειες της Nvidia ήταν αρκετά μεγάλες ώστε η Apple να την ξεπεράσει την προηγούμενη εβδομάδα σε χρηματιστηριακή αξία, ανακτώντας τη θέση της πολυτιμότερης εταιρείας στον κόσμο. Η AMD καταγράφει άνοδο 4,2% ενόψει της ανακοίνωσης των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων της μετά το κλείσιμο της αγοράς, ενώ η Marvell Technology κερδίζει 4,6% και η Intel 4,3%.
Πέρα από τις τεχνολογικές μετοχές, το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται στις ενδιάμεσες εκλογές, οι οποίες θα καθορίσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς στο Κογκρέσο για τα επόμενα δύο χρόνια της προεδρικής θητείας του Τραμπ. Οι δημοσκοπήσεις και οι αναλύσεις ανεξάρτητων παρατηρητών εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς σε πλεονεκτική θέση για την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ η έκβαση της αναμέτρησης για τη Γερουσία παραμένει αβέβαιη.
Στις αγορές προβλέψεων, πάντως, οι πιθανότητες αποτυπώνονται διαφορετικά. Η Polymarket αποτιμά περίπου στο 95% την πιθανότητα επικράτησης των Δημοκρατικών στη Βουλή και στο 77% την πιθανότητα νίκης τους στη Γερουσία.
Η απόκλιση μεταξύ των δημοσκοπήσεων και των εκτιμήσεων στις αγορές προβλέψεων έχει προσελκύσει την προσοχή των επενδυτών, οι οποίοι επιχειρούν να προσαρμόσουν τις θέσεις τους ανάλογα με τα πιθανά εκλογικά αποτελέσματα. Η ιστορική εμπειρία προσφέρει πάντως μια διαφορετική οπτική για την πορεία των μετοχών μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
Σύμφωνα με στοιχεία της Morgan Stanley, από το 1982 οι μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης έχουν καταγράψει μέση άνοδο περίπου 15% στο εξάμηνο μετά τις εκλογές, όταν σταθμίζονται με βάση τη χρηματιστηριακή αξία τους, και 16% με ισοβαρή στάθμιση. Σε ορίζοντα δωδεκαμήνου, οι αντίστοιχες αποδόσεις διαμορφώνονται κοντά στο 22%.
Παρά τα ιστορικά στοιχεία, η τοποθέτηση των επενδυτών υποδηλώνει αυξημένη επιφυλακτικότητα. Σύμφωνα με αναλυτές της Citigroup, την προηγούμενη εβδομάδα προστέθηκαν 9,6 δισ. δολάρια σε νέες καθαρές θέσεις short στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του S&P 500, με τη συνολική τοποθέτηση να πλησιάζει πλέον σε ουδέτερα επίπεδα.
Ανάλογη τάση καταγράφηκε στα futures του Nasdaq, ενώ στον Russell 2000 παρατηρήθηκε βελτίωση της επενδυτικής τοποθέτησης, κυρίως μέσω κλεισίματος θέσεων short, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι επενδυτές εμφανίζονται λιγότερο απαισιόδοξοι για τις αμερικανικές μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα της Wall Street δείχνει ότι η επενδυτική δραστηριότητα διευρύνεται πέρα από τους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους. Ο S&P 500 υποχώρησε μόλις 0,9% τον Οκτώβριο, παρά τις έντονες ρευστοποιήσεις στις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας, καθώς οι αποδόσεις άλλων κλάδων περιόρισαν τις συνολικές απώλειες.
Οι ενεργειακές εταιρείες και οι αμυντικοί κλάδοι, όπως τα βασικά καταναλωτικά αγαθά, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και η υγειονομική περίθαλψη, αντιστάθμισαν μέρος των πιέσεων στην τεχνολογία και τις επικοινωνίες. Παράλληλα, οι μετοχές χαμηλής μεταβλητότητας εμφάνισαν ισχυρή επίδοση, ανακτώντας μέρος των απωλειών τους από το πρώτο εξάμηνο του έτους, σύμφωνα με τον Κρίστοφερ Κέιν της Bloomberg Intelligence.
Στήριγμα για την αγορά εξακολουθούν να αποτελούν και τα εταιρικά αποτελέσματα. Επιχειρήσεις που αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας του S&P 500 έχουν ήδη δημοσιεύσει τις επιδόσεις τους για το τρίτο τρίμηνο, με το 84% να ξεπερνά τις εκτιμήσεις κερδοφορίας και το 13% να υπολείπεται των προβλέψεων.
Αναλυτές της Morgan Stanley εκτιμούν ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα μπορούσαν να απομακρύνουν έναν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας από την αγορά. Σύμφωνα με το σχετικό σημείωμά τους, η διόρθωση των αμερικανικών μετοχών, που ξεκίνησε τον Ιούνιο, ενδέχεται να βρίσκεται πλέον στο τελικό της στάδιο. Από την πλευρά της, η JPMorgan θεωρεί ότι τυχόν νέα υποχώρηση των αγορών εξαιτίας γεωπολιτικών εντάσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει επενδυτικές ευκαιρίες.