Οφείλουμε να ενημερώσουμε αυτούς που έπεσαν από τα σύννεφα μετά τις αποκαλύψεις για τις δραστηριότητες του Άγγελου Γιαννακόπουλου, ότι εδώ και τέσσερα χρόνια το Radar με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα είχε αναφερθεί στη μαφία των φούρνων. Μάλιστα είχαμε περιγράψει επακριβώς πώς λειτουργούσε το σύστημα με το «Χωριάτικο» και δύο ακόμη αλυσίδες φούρνων, καθώς και τη διασύνδεση των επιχειρήσεων με τα στριπτιτζάδικα.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιοι δηλώνουν σήμερα αιφνιδιασμένοι. Είναι και ποιοι είχαν την υποχρέωση να αξιολογήσουν όσα δημοσιεύονταν, να αναζητήσουν στοιχεία και να δώσουν απαντήσεις. Γιατί ανάμεσα σε μια δημοσιογραφική αποκάλυψη και στη διερεύνησή της από τις αρμόδιες αρχές δεν μπορεί να παρεμβάλλεται ένα απροσδιόριστο διάστημα αναμονής, χωρίς κανείς να εξηγεί τι ελέγχθηκε και τι προέκυψε.

Πάντως η ειρωνεία είναι ότι το Ελληνικό FBI έκλεισε εκτός από το περιβόητο «Alcatraz» της Λεωφόρου Συγγρού και το στριπτιτζάδικο «FBI» στη Μιχαλακοπούλου, το οποίο ελέγχεται από τον ίδιο όμιλο.

Πέρα από την ειρωνεία της ονομασίας, όμως, υπάρχει η ουσία: να ακολουθηθεί η διαδρομή του χρήματος. Ποιος χρηματοδοτεί ποιον, με ποιους όρους, μέσα από ποιες εταιρικές σχέσεις και με ποια προέλευση κεφαλαίων. Εκεί θα κριθεί το βάθος της έρευνας, με στοιχεία που να αντέχουν στον δικαστικό έλεγχο και με εξατομίκευση των ευθυνών.

Ταυτόχρονα, για να ξέρετε τι ακριβώς συμβαίνει, σας ενημερώνω εγκύρως ότι η εγκληματική συμμορία που έστησε ο Γιαννακόπουλος, με τους φούρνους, τα στριπτιτζάδικα, τα beach bar και τα καταστήματα σε Μύκονο και Ρόδο, θα φαντάζει παιδική χαρά όταν σκάσουν οι αποκαλύψεις για τη μαφία των βενζινάδικων και για τους διακινητές λαθραίων τσιγάρων.

Εδώ μιλάμε για τζίρους δισεκατομμυρίων, για εταιρείες που διαθέτουν ακόμη και δικά τους πλοία, ενώ στο σύστημα εμπλέκονται τόσο η λεγόμενη Greek Mafia αλλά και παράγοντες του υπόκοσμου από άλλες χώρες.

Σε υποθέσεις τέτοιας κλίμακας, το ζητούμενο είναι να αποτυπωθεί ολόκληρη η αλυσίδα: από τη διακίνηση και την είσπραξη μέχρι τη χρηματοδότηση και τους τελικούς αποδέκτες των χρημάτων. Και, βεβαίως, να ερευνηθεί εάν υπήρξαν διευκολύνσεις, παραλείψεις ή μηχανισμοί προστασίας, από ποιους και με ποιο αντάλλαγμα. Αυτά χρειάζονται αποδείξεις, συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένες πράξεις.

Γιατί ο πραγματικός απολογισμός μιας τέτοιας έρευνας δεν μετριέται μόνο στα λουκέτα και στις συλλήψεις. Μετριέται στο κατά πόσον αποκαλύπτεται ποιος ελέγχει το χρήμα και ποιος ωφελείται τελικά. Εκεί θα φανεί αν η υπόθεση θα φτάσει μέχρι τέλους.

Διαβάστε ακόμη: