Στην πολιτική, πολλές φορές μεγαλύτερη σημασία από τις ίδιες τις συζητήσεις έχει το ποιος τις ξεκινά, ποιος συμμετέχει σε αυτές και ποιος αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο της ατζέντας. Η συζήτηση για τις σχέσεις των προοδευτικών δυνάμεων μοιάζει να επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό.
Όταν ο Χάρης Δούκας έθετε δημόσια την ανάγκη διαλόγου για τη συγκρότηση μιας ευρύτερης προοδευτικής προοπτικής, η αντίδραση από το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ ήταν έντονη. Οι επιφυλάξεις δεν αφορούσαν μόνο την ουσία της πρότασης, αλλά συχνά και το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμπε.
Η συνεργασία παρουσιάστηκε περίπου ως απειλή για την αυτονομία του κόμματος, ενώ ο ίδιος ο δήμαρχος Αθηναίων βρέθηκε να απολογείται επειδή έβαζε ένα ερώτημα που, αργά ή γρήγορα, θα επέστρεφε στο τραπέζι.
Σήμερα, όμως, το σκηνικό εμφανίζεται λιγότερο απόλυτο. Οι πληροφορίες για επαφές μεταξύ στελεχών του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρουν στο προσκήνιο την ίδια συζήτηση, αυτή τη φορά με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.
Ο Κώστας Τσουκαλάς και ο Δημήτρης Μελίδης συναντήθηκαν, με τις δύο πλευρές να υπογραμμίζουν ότι η συνάντηση είχε προσωπικό χαρακτήρα και να απορρίπτουν την ερμηνεία περί διαπραγμάτευσης για συνεργασία. Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ο Νίκος Παππάς υπερασπίστηκε το αυτονόητο δικαίωμα των προοδευτικών κομμάτων να συνομιλούν.
Κανείς δεν χρειάζεται να βαφτίσει έναν καφέ πολιτική συμφωνία. Ούτε κάθε επαφή αποτελεί προάγγελο εκλογικής σύμπραξης. Υπάρχει, ωστόσο, μια εύλογη απορία: γιατί ο διάλογος θεωρείται θεμιτός όταν προκύπτει στο πλαίσιο μιας συνάντησης, αλλά γίνεται αφορμή εσωκομματικής σύγκρουσης όταν προτείνεται ανοιχτά ως πολιτική στρατηγική;
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα. Η Άννα Διαμαντοπούλου είχε διαμηνύσει, απαντώντας στον Δούκα, ότι το ΠΑΣΟΚ δεν παρακαλεί κανέναν για συνεργασίες. Η θέση αυτή μπορεί να εκφράζει την επιθυμία διατήρησης της πολιτικής αυτονομίας του κόμματος. Δεν απαντά, όμως, στο ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει διάλογος χωρίς εκ των προτέρων δεσμεύσεις, χωρίς συμφωνίες κορυφής και χωρίς παζάρια για θέσεις;
Η αυτονομία ενός κόμματος δεν αποδεικνύεται με την άρνηση της συζήτησης. Αποδεικνύεται με το περιεχόμενο των θέσεών του, την καθαρότητα των προγραμματικών του ορίων και την ικανότητά του να διαπραγματεύεται χωρίς να αλλοιώνει την ταυτότητά του. Αντίστοιχα, η συνεργασία δεν είναι αυτοσκοπός. Χωρίς κοινές πολιτικές δεσμεύσεις, κινδυνεύει να περιοριστεί σε έναν μηχανισμό εκλογικής αριθμητικής.
Ο Χάρης Δούκας, επομένως, δεν δικαιώνεται αυτομάτως επειδή σήμερα καταγράφονται επαφές μεταξύ στελεχών διαφορετικών κομμάτων. Η συζήτηση, όμως, που άνοιξε δεν μπορεί να απορρίπτεται επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιος την εκφράζει. Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να πρωταγωνιστήσει στον προοδευτικό χώρο, οφείλει να ξεκαθαρίσει τι είδους διάλογο επιδιώκει, με ποιους όρους και για ποιο πολιτικό αποτέλεσμα.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος ήπιε καφέ με ποιον. Είναι αν οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν η μία στην άλλη — και, κυρίως, αν έχουν τη διάθεση να το πουν δημόσια, χωρίς φοβικά σύνδρομα και εσωκομματικά μέτρα και σταθμά.