Η Γαλλία εισέρχεται στην τελική ευθεία για τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης κοινωνικής αναταραχής, πολιτικής αβεβαιότητας και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στην κυβέρνηση. Οι μαζικές διαδηλώσεις που εξελίχθηκαν σε βίαια επεισόδια, οι λεηλασίες καταστημάτων και οι συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις έχουν μετατρέψει τη δημόσια ασφάλεια σε ένα από τα κεντρικά ζητήματα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Για τον Εμανουέλ Μακρόν, η συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία στην προεδρία, δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία και καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που ενδέχεται να επηρεάσει τόσο την πολιτική του κληρονομιά όσο και τις προοπτικές των δυνάμεων που τον στήριξαν.
Οι επίδοξοι διάδοχοί του έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους. Η Μαρίν Λεπέν επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της τάξης, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν αναδεικνύει τα κοινωνικά αίτια της δυσαρέσκειας, ενώ οι Εντουάρ Φιλίπ και Γκαμπριέλ Ατάλ επιχειρούν να διαχωρίσουν τις πολιτικές τους προτάσεις από εκείνες του σημερινού προέδρου.
Η αναμέτρηση για το Ελιζέ έχει ουσιαστικά ξεκινήσει, με την πολιτική συζήτηση να καθορίζεται πλέον όχι μόνο από τα προγράμματα των υποψηφίων, αλλά και από την απάντηση που προτείνουν στην κρίση.
Από τις διαδηλώσεις στις λεηλασίες
Το τελευταίο κύμα κινητοποιήσεων ξεκίνησε με αιτήματα που συνδέονται με το αυξημένο κόστος ζωής, τις τιμές της ενέργειας και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών.
Οι διαδηλώσεις του Σαββάτου 17 Οκτωβρίου εξελίχθηκαν σε εκτεταμένα επεισόδια σε πολλές γαλλικές πόλεις, με επιθέσεις σε καταστήματα, καταστροφές δημόσιας περιουσίας και συγκρούσεις με την αστυνομία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν τις επόμενες ημέρες, οι συλλήψεις ξεπέρασαν τις 2.500, ενώ οι συνολικές ζημιές εκτιμήθηκαν σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ.
Οι αρχές προχώρησαν σε αυξημένα μέτρα ασφαλείας και στοχευμένες απαγορεύσεις κυκλοφορίας, επιδιώκοντας να περιορίσουν τον κίνδυνο νέων επεισοδίων.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί βρέθηκε αντιμέτωπη με επικρίσεις για την πρόληψη και τη διαχείριση της βίας, ενώ ο ίδιος ο Μακρόν αναγνώρισε αδυναμίες στον σχεδιασμό και στη συλλογή πληροφοριών.
Η κρίση ανέδειξε ταυτόχρονα δύο διαφορετικά ζητήματα: την ανάγκη προστασίας των πολιτών και της δημόσιας περιουσίας, αλλά και την κοινωνική δυσαρέσκεια που τροφοδοτεί τις κινητοποιήσεις.
Η Μαρίν Λεπέν και η ατζέντα της ασφάλειας
Η Μαρίν Λεπέν επιχειρεί να αξιοποιήσει πολιτικά την αναταραχή, παρουσιάζοντας τον Εθνικό Συναγερμό ως εναλλακτική απέναντι στην κυβερνητική διαχείριση.
Σε δημόσιες παρεμβάσεις της κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι έχει χάσει τον έλεγχο της κατάστασης, συνδέοντας τις ταραχές με την εγκληματικότητα και την ανεπαρκή επιβολή του νόμου.
Η Λεπέν υποστηρίζει ότι απαιτούνται αυστηρότερες πολιτικές ασφάλειας και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των βίαιων επεισοδίων.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική του Εθνικού Συναγερμού, ο οποίος έχει αναδείξει εδώ και χρόνια την ασφάλεια, τη μετανάστευση και τη δημόσια τάξη σε βασικούς άξονες της πολιτικής του.
Οι δημοσκοπήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί κατά την προεκλογική περίοδο καταγράφουν ισχυρή παρουσία του κόμματος, χωρίς αυτό να επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.
Η εξέλιξη της κοινωνικής κρίσης και η στάση των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων θα επηρεάσουν τη διαμόρφωση της προεκλογικής συζήτησης.
Μελανσόν: Στο επίκεντρο η κοινωνική δυσαρέσκεια
Στον αντίποδα, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν και η Ανυπότακτη Γαλλία επιχειρούν να αναδείξουν τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν στις κινητοποιήσεις.
Η ριζοσπαστική Αριστερά ασκεί κριτική στην κυβερνητική οικονομική πολιτική, εστιάζοντας στην αγοραστική δύναμη, τις κοινωνικές ανισότητες και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Η πολιτική αυτή προσέγγιση διαφοροποιείται από εκείνη της Λεπέν, καθώς αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στις αιτίες της δυσαρέσκειας παρά αποκλειστικά στα μέτρα αστυνόμευσης.
Ωστόσο, η γαλλική Αριστερά δεν εμφανίζεται ενιαία.
Οι διαφωνίες ανάμεσα στη ριζοσπαστική και τη σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα παραμένουν έντονες, τόσο ως προς την οικονομική πολιτική όσο και ως προς τη στρατηγική για τις προεδρικές εκλογές.
Η δυνατότητα διαμόρφωσης ευρύτερων συνεργασιών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά ζητήματα του χώρου.
Φιλίπ και Ατάλ: Η δύσκολη εξίσωση του κέντρου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση δύο πρώην πρωθυπουργών του Μακρόν, του Εντουάρ Φιλίπ και του Γκαμπριέλ Ατάλ.
Αμφότεροι έχουν συνδεθεί με τη διακυβέρνηση της τελευταίας δεκαετίας, αλλά επιχειρούν να διαμορφώσουν διακριτό πολιτικό προφίλ ενόψει των προεδρικών εκλογών.
Ο Φιλίπ επέκρινε τη διαχείριση της κρίσης, επισημαίνοντας την ανάγκη για αποφασιστικότερες πρωτοβουλίες αποκατάστασης της τάξης.
Ο Ατάλ τάχθηκε υπέρ της αξιοποίησης πρόσθετων μέσων για την αντιμετώπιση της βίας, προτείνοντας μεταξύ άλλων τεχνολογικές δυνατότητες αναγνώρισης προσώπων και, υπό προϋποθέσεις, συνδρομή των ενόπλων δυνάμεων.
Οι τοποθετήσεις αυτές δείχνουν ότι η ασφάλεια αποτελεί πλέον σημαντικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και στο κέντρο.
Για τους δύο πολιτικούς, το ζητούμενο είναι να παρουσιάσουν πειστικές προτάσεις για τη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς να περιοριστούν στην υπεράσπιση της πολιτικής του Μακρόν.
Η σχέση τους με τον απερχόμενο πρόεδρο παραμένει ταυτόχρονα πλεονέκτημα και πρόκληση: τους προσφέρει κυβερνητική εμπειρία, αλλά τους συνδέει και με αποφάσεις που δέχονται σήμερα έντονη κριτική.
Γκλικσμάν και Ρεταγιό: Οι υπόλοιπες πολιτικές επιλογές
Στο πολιτικό σκηνικό παρεμβαίνουν και υποψήφιοι που επιδιώκουν να εκφράσουν διαφορετικές κατευθύνσεις από εκείνες του Εθνικού Συναγερμού, της Ανυπότακτης Γαλλίας και του προεδρικού κέντρου.
Ο ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλικσμάν εκπροσωπεί τη σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα και επιχειρεί να συνδυάσει την κοινωνική προστασία με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό και τη δημοκρατική σταθερότητα.
Έχει ασκήσει κριτική στην κυβερνητική διαχείριση της κρίσης, περιγράφοντας τη σοβαρότητα των επεισοδίων και την αίσθηση αποδιοργάνωσης που δημιούργησαν.
Στη συντηρητική Δεξιά, ο Μπρουνό Ρεταγιό δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δημόσια τάξη και στην αποτελεσματικότητα των κρατικών μηχανισμών.
Η παρουσία περισσότερων υποψηφίων με διαφορετικές προσεγγίσεις καθιστά ιδιαίτερα σύνθετη την πολιτική αναμέτρηση, καθώς η εκλογική επιρροή κάθε χώρου θα εξαρτηθεί και από τη δυνατότητα συσπείρωσης των ψηφοφόρων του.
Το πολιτικό βάρος της δεκαετίας Μακρόν
Ο Εμανουέλ Μακρόν εξελέγη το 2017 υποσχόμενος την υπέρβαση των παραδοσιακών διαχωρισμών ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά.
Η προεδρία του χαρακτηρίστηκε από σημαντικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και από επαναλαμβανόμενες κοινωνικές συγκρούσεις.
Το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», οι αντιδράσεις στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και η σημερινή κρίση αποτυπώνουν τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην προσπάθεια εφαρμογής της πολιτικής του.
Η τελευταία περίοδος της θητείας του βρίσκει τη χώρα αντιμέτωπη με δημοσιονομικές πιέσεις, κοινωνική δυσαρέσκεια και ένα κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα.
Ο ίδιος δεν έχει ανακοινώσει υποστήριξη προς συγκεκριμένο υποψήφιο για τη διαδοχή του.
Η επιλογή αυτή αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της πολιτικής συνέχειας του προεδρικού χώρου, ενώ η χαμηλή δημοτικότητά του δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για όσους συνδέονται με τη διακυβέρνησή του.
Οι δημοσκοπήσεις και η αβεβαιότητα της προεδρικής αναμέτρησης
Οι τελευταίες δημοσκοπικές μετρήσεις, όπως παρουσιάζονται στη σχετική ανάλυση του Associated Press, καταγράφουν τη Μαρίν Λεπέν στην πρώτη θέση της πρόθεσης ψήφου, με τον Ζαν-Λικ Μελανσόν και υποψηφίους του μετριοπαθούς χώρου να ακολουθούν.
Πρόκειται, ωστόσο, για μετρήσεις μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής, ενώ οι αναλυτές επισημαίνουν ότι είναι πρόωρο να αποτιμηθεί με βεβαιότητα η εκλογική επίδραση των πρόσφατων επεισοδίων.
Το γαλλικό προεδρικό σύστημα προβλέπει δύο γύρους, εφόσον κανένας υποψήφιος δεν εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία στον πρώτο.
Αυτό σημαίνει ότι οι συμμαχίες, η μετακίνηση ψηφοφόρων και οι επιλογές όσων δεν θα συμμετάσχουν στον δεύτερο γύρο μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την τελική αναμέτρηση.
Η προεκλογική περίοδος βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και οι πολιτικές ισορροπίες παραμένουν ρευστές.
Μια κρίσιμη αναμέτρηση για τη Γαλλία και την Ευρώπη
Η διαδοχή του Μακρόν δεν αφορά αποκλειστικά την εσωτερική πολιτική της Γαλλίας.
Η χώρα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα, στη διπλωματία και στη διαμόρφωση των αποφάσεων της ΕΕ.
Οι θέσεις του επόμενου προέδρου για την οικονομική πολιτική, τη μετανάστευση, τη δημοσιονομική πειθαρχία και τις σχέσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς θα έχουν συνέπειες που υπερβαίνουν τα γαλλικά σύνορα.
Προς το παρόν, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στην ασφάλεια, στην αγοραστική δύναμη και στην εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.
Οι πρόσφατες ταραχές έφεραν αυτά τα ζητήματα στο προσκήνιο με ιδιαίτερα έντονο τρόπο, αναγκάζοντας τους υποψηφίους να τοποθετηθούν πριν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως η προεκλογική αντιπαράθεση.
Η Γαλλία καλείται πλέον να επιλέξει όχι μόνο τον διάδοχο του Εμανουέλ Μακρόν, αλλά και την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει μετά από δέκα χρόνια διακυβέρνησής του.
Και η μάχη αυτή αρχίζει σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνική συνοχή, η δημόσια ασφάλεια και η εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα δοκιμάζονται ταυτόχρονα.
Διαβάστε ακόμη:
- Μυστική συμφωνία 2 στελεχών ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ για «πόλεμο» διαρκείας στον Τσίπρα
- Πήλιος: Δύο ομάδες από Γερμανία και Ιταλία ετοιμάζουν να καταθέσουν προτάσεις
- Λέρος: Πέντε νέα ναυάγια αποκαλύπτουν μυστικά του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου
- Επιτυχία χωρίς ηλικία: Έξι προσωπικότητες που έκαναν μια νέα αρχή μετά τα 40
