Μια νέα σελίδα στην ελληνική διαστημική τεχνολογία γράφεται από τις πλαγιές του Χολομώντα στη Χαλκιδική έως τα αστεροσκοπεία του Χελμού και του Κρυονερίου. Ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικές υποδομές συμμετέχουν πλέον σε τεχνολογικές δοκιμές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσαν προνόμιο των μεγαλύτερων διαστημικών οργανισμών του κόσμου: την επικοινωνία με δορυφόρους και διαστημόπλοια μέσω ακτίνων λέιζερ.

Η πρόσφατη επιτυχία του ελληνικού μικροδορυφόρου ERMIS-3, ο οποίος επικοινώνησε με επίγειο σταθμό στη Χαλκιδική στις αρχές Οκτωβρίου, έρχεται να προστεθεί στις δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 2025 με το διαστημόπλοιο Psyche της NASA, σε απόσταση περίπου 265 εκατομμυρίων χιλιομέτρων από τη Γη.

Πρόκειται για δύο διαφορετικά, αλλά συμπληρωματικά επιτεύγματα. Το πρώτο αφορά τη μεταφορά δεδομένων από έναν μικρό δορυφόρο που κινείται σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη μας. Το δεύτερο συνδέεται με την ανάπτυξη επικοινωνιών για μελλοντικές διαπλανητικές αποστολές.

Κοινός παρονομαστής είναι η αξιοποίηση του φωτός αντί των παραδοσιακών ραδιοκυμάτων, με στόχο τη μετάδοση μεγαλύτερου όγκου πληροφοριών, την αύξηση των ταχυτήτων και την ενίσχυση της ασφάλειας των συνδέσεων.

Ο ελληνικός ERMIS-3 και το πείραμα στον Χολομώντα

Στις 2 και 4 Οκτωβρίου 2026 πραγματοποιήθηκαν επιτυχημένες δοκιμές οπτικής επικοινωνίας μεταξύ του ελληνικού μικροδορυφόρου ERMIS-3 και του επίγειου οπτικού σταθμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον Χολομώντα Χαλκιδικής.

Ο δορυφόρος αναπτύχθηκε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκτοξεύθηκε στις 30 Μαρτίου 2026, στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Μικροδορυφόρων.

Για την πραγματοποίηση των δοκιμών αξιοποιήθηκε τεχνολογία της ευρωπαϊκής εταιρείας Astrolight, η οποία έχει αναπτύξει το οπτικό σύστημα επικοινωνίας ATLAS-1.

Η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα απαιτητική.

Ο επίγειος σταθμός έπρεπε να εντοπίσει έναν μικρό δορυφόρο που κινείται με ταχύτητα χιλιάδων χιλιομέτρων την ώρα, να ευθυγραμμίσει με εξαιρετική ακρίβεια τη δέσμη λέιζερ και να διατηρήσει τη σύνδεση όσο ο δορυφόρος περνούσε πάνω από την περιοχή.

Το σύστημα κατάφερε όχι μόνο να εντοπίσει το σήμα, αλλά και να παρακολουθήσει αυτόματα την πορεία του δορυφόρου.

Σε μία από τις δοκιμές, η επικοινωνία διατηρήθηκε για περίπου τρεισήμισι λεπτά, παρά τη μερική νέφωση.

Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε μετάδοση δεδομένων υψηλής ταχύτητας, επιβεβαιώνοντας ότι η τεχνολογία μπορεί να αξιοποιηθεί πέρα από το επίπεδο μιας απλής δοκιμαστικής σύνδεσης.

Ταχύτητες έως 1 Gbps – Και προοπτική για 10 Gbps

Η τεχνολογία που χρησιμοποιεί ο ERMIS-3 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της δυνατότητας μεταφοράς μεγάλων ποσοτήτων δεδομένων.

Το οπτικό τερματικό ATLAS-1 έχει σχεδιαστεί για ταχύτητες μετάδοσης έως 1 Gbps, ενώ η τεχνολογική του εξέλιξη θα μπορούσε μελλοντικά να επιτρέψει ταχύτητες έως 10 Gbps.

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος, το 1 Gbps αντιστοιχεί σε 1.000 megabits ανά δευτερόλεπτο, ταχύτητα συγκρίσιμη με μια πολύ γρήγορη οικιακή σύνδεση οπτικής ίνας.

Βεβαίως, η ονομαστική δυνατότητα ενός συστήματος δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με τον πραγματικό ρυθμό μεταφοράς δεδομένων σε κάθε δοκιμή.

Ωστόσο, η τεχνολογία αποδεικνύει ότι ακόμη και μικροί δορυφόροι μπορούν να αποκτήσουν δυνατότητες επικοινωνίας υψηλής χωρητικότητας.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς οι σύγχρονοι δορυφόροι παρατήρησης της Γης συλλέγουν ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες εικόνων και μετρήσεων.

Η γρήγορη μεταφορά αυτών των πληροφοριών αποτελεί προϋπόθεση για την έγκαιρη αξιοποίησή τους.

Γιατί τα λέιζερ μπορούν να αλλάξουν τις δορυφορικές επικοινωνίες

Εδώ και δεκαετίες, η επικοινωνία ανάμεσα στη Γη και στους δορυφόρους βασίζεται κυρίως στα ραδιοκύματα.

Η συγκεκριμένη τεχνολογία παραμένει αξιόπιστη και ευρέως διαδεδομένη, αλλά η αύξηση του όγκου των δεδομένων δημιουργεί ανάγκη για νέες λύσεις.

Οι οπτικές επικοινωνίες χρησιμοποιούν πολύ στενές δέσμες φωτός, συνήθως στην περιοχή του υπέρυθρου φάσματος.

Η προσέγγιση αυτή προσφέρει τη δυνατότητα μετάδοσης περισσότερων πληροφοριών και περιορίζει τη διασπορά του σήματος.

Η στενή δέσμη μπορεί επίσης να δυσκολέψει την ανεπιθύμητη υποκλοπή ή παρεμβολή, χωρίς όμως να καθιστά την επικοινωνία αυτομάτως απρόσβλητη.

Υπάρχουν, βέβαια, και σημαντικές τεχνικές δυσκολίες.

Τα σύννεφα, η ατμοσφαιρική διαταραχή και η ανάγκη εξαιρετικά ακριβούς στόχευσης μπορούν να επηρεάσουν τη σύνδεση.

Γι’ αυτό η ανάπτυξη αξιόπιστων επίγειων σταθμών, με κατάλληλο εξοπλισμό και συστήματα αυτόματης παρακολούθησης, είναι εξίσου σημαντική με την τεχνολογία που βρίσκεται στον δορυφόρο.

Η επιτυχία στον Χολομώντα έδειξε ότι τέτοιες συνδέσεις μπορούν να λειτουργήσουν ακόμη και υπό συνθήκες μερικής νέφωσης.

Από τη Χαλκιδική στο βαθύ Διάστημα

Η ελληνική συμμετοχή στις οπτικές επικοινωνίες δεν περιορίζεται στους δορυφόρους που βρίσκονται κοντά στη Γη.

Το καλοκαίρι του 2025, οι εγκαταστάσεις των αστεροσκοπείων του Χελμού και του Κρυονερίου συμμετείχαν σε δοκιμές επικοινωνίας με το διαστημόπλοιο Psyche της NASA.

Το συγκεκριμένο σκάφος ταξιδεύει προς τον ομώνυμο αστεροειδή, στο πλαίσιο μιας αποστολής επιστημονικής εξερεύνησης.

Κατά τις δοκιμές, οι ελληνικές εγκαταστάσεις συμμετείχαν στη λήψη οπτικών σημάτων από το διαστημόπλοιο, το οποίο βρισκόταν σε απόσταση περίπου 265 εκατομμυρίων χιλιομέτρων από τη Γη.

Για να γίνει αντιληπτή η κλίμακα, το φως χρειάζεται περίπου 14 λεπτά και 44 δευτερόλεπτα για να διανύσει αυτή την απόσταση.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα σήμα που ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός δεν μπορεί να μεταφέρει πληροφορίες στιγμιαία σε τόσο μεγάλες αποστάσεις.

Η επιτυχία των δοκιμών αποτελεί σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη τεχνολογιών που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε μελλοντικές αποστολές προς τη Σελήνη, τον Άρη και άλλους προορισμούς του ηλιακού συστήματος.

Οι απαιτήσεις στις διαπλανητικές επικοινωνίες είναι διαφορετικές από εκείνες των δορυφόρων χαμηλής τροχιάς, καθώς οι αποστάσεις είναι ασύγκριτα μεγαλύτερες και τα σήματα που φτάνουν στη Γη εξαιρετικά ασθενή.

Τι σημαίνει για τις πυρκαγιές και τις φυσικές καταστροφές

Η σημασία των νέων τεχνολογιών δεν περιορίζεται στη διαστημική έρευνα.

Οι δορυφόροι παρατήρησης της Γης αποτελούν ήδη σημαντικά εργαλεία για την παρακολούθηση του περιβάλλοντος, των φυσικών καταστροφών και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Μπορούν να συλλέγουν πληροφορίες για την εξέλιξη μεγάλων πυρκαγιών, την έκταση πλημμυρικών φαινομένων, την κατάσταση των καλλιεργειών και τις μεταβολές σε θαλάσσιες και παράκτιες περιοχές.

Όμως, η αξία αυτών των δεδομένων εξαρτάται και από την ταχύτητα με την οποία φτάνουν στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Σε μια μεγάλη δασική πυρκαγιά, για παράδειγμα, η έγκαιρη λήψη δορυφορικών εικόνων μπορεί να βοηθήσει στην εκτίμηση της εξέλιξης του μετώπου και στην υποστήριξη του επιχειρησιακού σχεδιασμού.

Αντίστοιχα, σε μια πλημμύρα, η ταχύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες μπορεί να συμβάλει στην αποτύπωση των πληγεισών περιοχών.

Οι οπτικές επικοινωνίες μπορούν μελλοντικά να διευκολύνουν τη μεταφορά μεγάλων αρχείων και δεδομένων από το Διάστημα προς τη Γη.

Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι πρόσφατες δοκιμές προσφέρουν ήδη νέες επιχειρησιακές υπηρεσίες στην Πολιτική Προστασία.

Για να συμβεί αυτό απαιτούνται ολοκληρωμένα δορυφορικά συστήματα, υποδομές επεξεργασίας και διασύνδεση με τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Ο ρόλος του ΕΚΠΑ, του ΑΠΘ και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος

Η επιτυχία του ERMIS-3 προέκυψε από τη συνεργασία ελληνικών πανεπιστημίων με ευρωπαϊκούς τεχνολογικούς φορείς.

Το ΕΚΠΑ ανέπτυξε τον μικροδορυφόρο, ενώ το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης συνέβαλε στην ανάπτυξη του επίγειου οπτικού σταθμού στον Χολομώντα.

Η Astrolight παρείχε την εξειδικευμένη τεχνολογία οπτικής επικοινωνίας, ενώ σημαντική ήταν και η υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA).

Στην προσπάθεια συμμετείχαν επίσης το Ελληνικό Κέντρο Διαστήματος και η Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

Οι καθηγητές του ΕΚΠΑ Βάιος Λάππας και Αντώνης Πασχάλης, επιστημονικά υπεύθυνοι του έργου, χαρακτήρισαν τον ERMIS-3 έναν από τους πιο προηγμένους ευρωπαϊκούς νανοδορυφόρους τύπου CubeSat.

Η συνεργασία αυτή αναδεικνύει τις δυνατότητες που δημιουργούνται όταν η πανεπιστημιακή έρευνα συνδυάζεται με εξειδικευμένη τεχνογνωσία και πραγματικές διαστημικές αποστολές.

Παράλληλα, δημιουργούνται ευκαιρίες για τη συμμετοχή νέων επιστημόνων σε τεχνολογικά έργα υψηλής εξειδίκευσης.

Παπαστεργίου: «Η Ελλάδα να έχει τον δικό της ρόλο στη διαστημική τεχνολογία»

Στη σημασία των νέων υποδομών αναφέρθηκε ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, Δημήτρης Παπαστεργίου, με δήλωσή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η διαστημική τεχνολογία δεν αφορά αποκλειστικά την εξερεύνηση του Διαστήματος, αλλά και την ανάπτυξη εφαρμογών που μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητα.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη δυνατότητα ταχύτερης και ασφαλέστερης μεταφοράς μεγάλου όγκου δεδομένων, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι επίγειες υποδομές επικοινωνίας δεν επαρκούν.

Ο Δημήτρης Παπαστεργίου χαρακτήρισε την επιτυχία στον Χολομώντα σημαντικό βήμα για τις διαστημικές επικοινωνίες, συνδέοντάς την με τις δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν στον Χελμό και στο Κρυονέρι.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στο Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων και στο HELLAS Space II, επισημαίνοντας ότι μέσω αυτών των πρωτοβουλιών η χώρα επενδύει σε υποδομές και τεχνογνωσία.

Όπως τόνισε, στόχος είναι η Ελλάδα να αναπτύσσει δικές της τεχνολογικές δυνατότητες και να συμμετέχει ενεργά στη νέα εποχή των διαστημικών επικοινωνιών, με οφέλη που θα επιστρέφουν στην κοινωνία.

Το Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων και η επένδυση στην ελληνική τεχνογνωσία

Η ανάπτυξη των οπτικών επικοινωνιών συνδέεται με τον ευρύτερο σχεδιασμό για την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στο Διάστημα.

Το Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων περιλαμβάνει την ανάπτυξη πειραματικών και επιχειρησιακών δορυφόρων, καθώς και επίγειων υποδομών που θα υποστηρίζουν τη λειτουργία τους.

Σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία, η δεύτερη φάση του προγράμματος έχει προϋπολογισμό 350 εκατομμυρίων ευρώ.

Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει συνολικά 11 πειραματικούς δορυφόρους και 13 επιχειρησιακούς, με δυνατότητες παρατήρησης της Γης μέσω διαφορετικών αισθητήρων.

Μεταξύ των προβλεπόμενων εφαρμογών περιλαμβάνονται η Πολιτική Προστασία, η περιβαλλοντική παρακολούθηση και η επιτήρηση κρίσιμων περιοχών.

Η δημιουργία τέτοιων υποδομών μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση από εξωτερικούς παρόχους δεδομένων και να ενισχύσει την τεχνολογική αυτονομία της χώρας.

Παράλληλα, μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες για ελληνικές επιχειρήσεις, ερευνητικά εργαστήρια και επιστήμονες που δραστηριοποιούνται στους τομείς της αεροδιαστημικής, των τηλεπικοινωνιών και της επεξεργασίας δεδομένων.

Από το επιστημονικό πείραμα στις πραγματικές εφαρμογές

Η επιτυχία στον Χολομώντα και η συμμετοχή στις διαπλανητικές δοκιμές με το Psyche αποτελούν σημαντικά τεχνολογικά ορόσημα, αλλά δεν σημαίνουν ότι οι οπτικές δορυφορικές επικοινωνίες έχουν ήδη αντικαταστήσει τα συμβατικά συστήματα.

Η μετάβαση σε ευρεία επιχειρησιακή χρήση απαιτεί πρόσθετες δοκιμές, ανάπτυξη δικτύων επίγειων σταθμών και διασφάλιση της αξιοπιστίας των συνδέσεων σε διαφορετικές συνθήκες.

Το μεγάλο στοίχημα είναι οι ερευνητικές επιτυχίες να μετατραπούν σε υπηρεσίες με πρακτικό όφελος για το Δημόσιο, την οικονομία και την κοινωνία.

Η Ελλάδα διαθέτει πλέον υποδομές και επιστημονικές ομάδες που συμμετέχουν ενεργά σε αυτή την προσπάθεια.

Από έναν μικρό δορυφόρο πάνω από τη Χαλκιδική έως ένα διαστημόπλοιο εκατοντάδες εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά, η κοινή τεχνολογική πρόκληση είναι η ίδια: να μεταφέρονται περισσότερες πληροφορίες, γρηγορότερα και με μεγαλύτερη αξιοπιστία.

Και σε αυτόν τον τομέα, η ελληνική επιστημονική κοινότητα έχει αρχίσει να αποκτά ουσιαστικό ρόλο.

Διαβάστε ακόμη: