Αυξανόμενη ανησυχία για την ακρίβεια, επιδείνωση των προσδοκιών για την οικονομική ανάπτυξη και μεγαλύτερη απαισιοδοξία για την απασχόληση καταγράφει η νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), αποτυπώνοντας την πίεση που εξακολουθούν να αισθάνονται τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης. Παρά τη μικρή βελτίωση των προσδοκιών για τα εισοδήματα, οι καταναλωτές εκτιμούν ότι οι δαπάνες τους θα συνεχίσουν να αυξάνονται με σημαντικά ταχύτερο ρυθμό, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αβεβαιότητα γύρω από τις τιμές ενέργειας επιβαρύνουν το οικονομικό κλίμα.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας Consumer Expectations Survey για τον Σεπτέμβριο του 2026, που δημοσιοποίησε η ΕΚΤ στις 23 Οκτωβρίου, οι προσδοκίες των καταναλωτών για τον πληθωρισμό τους επόμενους 12 μήνες αυξήθηκαν στο 3,1%, από 3% τον Αύγουστο. Την ίδια στιγμή, η εκτίμηση για τον πληθωρισμό που βίωσαν τα νοικοκυριά κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο ενισχύθηκε στο 3,6%, από 3,5%.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την καθημερινότητα των Ευρωπαίων, παρά το γεγονός ότι οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες παραμένουν σχετικά σταθερές. Συγκεκριμένα, οι καταναλωτές προβλέπουν πληθωρισμό 2,9% σε ορίζοντα τριετίας και 2,5% σε ορίζοντα πενταετίας, χωρίς μεταβολή σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαπίστωση της ΕΚΤ ότι η αβεβαιότητα γύρω από την πορεία του πληθωρισμού αυξήθηκε εκ νέου και παραμένει υψηλότερη από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για μια ένδειξη ότι οι διεθνείς εξελίξεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τις οικονομικές προσδοκίες των νοικοκυριών.
Τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τις δαπάνες
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας αφορά τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην αναμενόμενη αύξηση των εισοδημάτων και των καταναλωτικών δαπανών.
Οι Ευρωπαίοι εκτιμούν ότι τα ονομαστικά εισοδήματά τους θα αυξηθούν κατά μόλις 1,1% τους επόμενους 12 μήνες, έναντι 1% που προέβλεπαν τον Αύγουστο. Αντίθετα, αναμένουν αύξηση των ονομαστικών δαπανών τους κατά 3,7%, από 3,6% προηγουμένως.
Η διαφορά των 2,6 ποσοστιαίων μονάδων αναδεικνύει τις πιέσεις που ενδέχεται να συνεχίσουν να δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί. Παρότι οι συγκεκριμένοι δείκτες αποτυπώνουν προσδοκίες και όχι πραγματικές μεταβολές στην αγοραστική δύναμη, υποδηλώνουν ότι οι καταναλωτές περιμένουν πως οι οικονομικές τους υποχρεώσεις θα αυξηθούν πολύ περισσότερο από τα εισοδήματά τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η εκτιμώμενη αύξηση των δαπανών κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο διαμορφώθηκε στο 5,3%, από 5,2% τον Αύγουστο, επιβεβαιώνοντας ότι τα νοικοκυριά αντιλαμβάνονται μια συνεχιζόμενη επιβάρυνση του κόστους διαβίωσης.
Η πίεση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι καταναλωτές με τα χαμηλότερα εισοδήματα εξακολουθούν να αναφέρουν υψηλότερο αντιλαμβανόμενο πληθωρισμό και υψηλότερες πληθωριστικές προσδοκίες σε σύγκριση με εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της εισοδηματικής κλίμακας. Αντίστοιχα, οι νεότεροι καταναλωτές, ηλικίας 18 έως 34 ετών, εμφανίζονται λιγότερο απαισιόδοξοι για τις τιμές από τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.
Επιδείνωση των προβλέψεων για ανάπτυξη και ανεργία
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η μεταβολή των προσδοκιών για την οικονομική δραστηριότητα. Οι καταναλωτές εκτιμούν πλέον ότι η οικονομία θα παρουσιάσει συρρίκνωση 1,5% τους επόμενους 12 μήνες, έναντι αναμενόμενης συρρίκνωσης 1,2% τον Αύγουστο.
Πρόκειται για σαφή επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, χωρίς ωστόσο οι συγκεκριμένες προσδοκίες να αποτελούν επίσημη πρόβλεψη της ΕΚΤ για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης.
Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για την ανεργία επιδεινώθηκαν, με τους καταναλωτές να αναμένουν ποσοστό 11,3% σε έναν χρόνο, από 11% τον προηγούμενο μήνα. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο από το 10,6% που οι συμμετέχοντες θεωρούν ότι αντιστοιχεί στην τρέχουσα ανεργία.
Η απαισιοδοξία είναι εντονότερη στα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά, τα οποία προβλέπουν ανεργία 13,6%, έναντι 9,7% που αναμένουν τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Παρά την επιδείνωση, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η σχετικά περιορισμένη απόσταση ανάμεσα στην αντιλαμβανόμενη σημερινή ανεργία και την αναμενόμενη ανεργία υποδηλώνει ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να βλέπουν μια γενικά σταθερή αγορά εργασίας.
Ακριβότερα ακίνητα και ανησυχία για τα στεγαστικά δάνεια
Στο μέτωπο της κατοικίας, οι καταναλωτές αναμένουν περαιτέρω αύξηση των τιμών των ακινήτων κατά 3,5% το επόμενο δωδεκάμηνο, έναντι 3,4% τον Αύγουστο.
Οι προσδοκίες είναι υψηλότερες στα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία προβλέπουν άνοδο 4%, έναντι 3,2% για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Όσον αφορά το κόστος στεγαστικής πίστης, οι καταναλωτές εκτιμούν ότι τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων θα διαμορφωθούν στο 4,9% σε έναν χρόνο, χωρίς μεταβολή από την προηγούμενη καταγεγραμμένη εκτίμηση.
Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ των εισοδηματικών κατηγοριών είναι σημαντική. Τα οικονομικά ισχυρότερα νοικοκυριά αναμένουν επιτόκια 4,4%, ενώ τα ασθενέστερα προβλέπουν 5,7%.
Επιπλέον, αυξήθηκε το καθαρό ποσοστό των νοικοκυριών που διαπιστώνουν αυστηρότερους όρους πρόσβασης στον δανεισμό, όπως και εκείνων που αναμένουν περαιτέρω δυσκολίες στη χρηματοδότηση τους επόμενους 12 μήνες.
Η εξέλιξη αυτή προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης για τους καταναλωτές, ιδιαίτερα για όσους σχεδιάζουν την αγορά κατοικίας ή εξαρτώνται από την τραπεζική χρηματοδότηση.
Δύσκολη εξίσωση για την ΕΚΤ
Τα αποτελέσματα της έρευνας αναδεικνύουν το σύνθετο περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να διαμορφώσει τη νομισματική πολιτική της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Από τη μία πλευρά, οι καταναλωτές εξακολουθούν να αναμένουν πληθωρισμό υψηλότερο από τον στόχο του 2%, ενώ από την άλλη εκφράζουν αυξανόμενη απαισιοδοξία για την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των επόμενων αποφάσεων για τα επιτόκια. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters, οι οικονομολόγοι αναμένουν διατήρηση του βασικού επιτοκίου καταθέσεων στο 2,50% κατά τη συνεδρίαση του Οκτωβρίου και νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο.
Το βασικό δίλημμα είναι ότι μια αυστηρότερη νομισματική πολιτική θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό του πληθωρισμού, επιβαρύνοντας όμως περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και το κόστος δανεισμού.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 27 Αυγούστου έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2026, με τη συμμετοχή περίπου 19.000 ενηλίκων από 11 χώρες της Ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Το μήνυμα που προκύπτει είναι ότι τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά δεν βλέπουν ακόμη ουσιαστική ανακούφιση από το αυξημένο κόστος ζωής. Αντίθετα, προετοιμάζονται για μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές και οι δαπάνες θα συνεχίσουν να αυξάνονται, τα εισοδήματα θα ενισχύονται με βραδύτερο ρυθμό και οι προοπτικές της οικονομίας θα παραμένουν αβέβαιες.
