Η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας μίλησε για τον εκλογικό πήχη του 2027, το ενδεχόμενο νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά και το δίλημμα «Μητσοτάκης ή αστάθεια».
Σαφές μήνυμα για τις πολιτικές εξελίξεις που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα χαμηλό εκλογικό ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας έστειλε η Ντόρα Μπακογιάννη, υποστηρίζοντας ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα αναλάβει τις ευθύνες του εάν το κυβερνών κόμμα υποχωρήσει κάτω από το 25% στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, την Τρίτη 20 Οκτωβρίου, η πρώην υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, στο ενδεχόμενο ίδρυσης νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, αλλά και στην ακρίβεια που εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η αυτοδυναμία παραμένει εφικτός στόχος για τη Νέα Δημοκρατία, συνδέοντας την επόμενη εκλογική αναμέτρηση με το ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας.
Το 25% και η επόμενη ημέρα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η τοποθέτηση της Ντόρας Μπακογιάννη σχετικά με το ενδεχόμενο η Νέα Δημοκρατία να καταγράψει ποσοστό κάτω από 25%.
Η βουλευτής υποστήριξε ότι ο πρωθυπουργός δεν αντιμετωπίζει την εξουσία ως προσωπική υπόθεση και ότι, εφόσον προκύψει ένα τέτοιο εκλογικό αποτέλεσμα, θα αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που του αναλογούν.
«Τι είναι ο πρωθυπουργός, κολλημένος σε μια καρέκλα και λέει “εγώ είμαι και κανένας άλλος δεν είναι;” Όχι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Πρόσθεσε μάλιστα ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μέχρι σήμερα καταγράψει εκλογικές νίκες, επισημαίνοντας πως άλλοι πολιτικοί αρχηγοί έχουν παραμείνει στη θέση τους ακόμη και ύστερα από πολύ χαμηλότερα εκλογικά ποσοστά.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον εκλογικό πήχη της ΝΔ και τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογηθεί το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών.
Τι είπε για το ενδεχόμενο νέου κόμματος Σαμαρά
Η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε και στις κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, καθώς εξακολουθεί να συζητείται το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα.
Εκτίμησε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει απώλειες στη Νέα Δημοκρατία, χωρίς ωστόσο, κατά την άποψή της, να αποτελέσει καθοριστικό πλήγμα για την κυβερνητική παράταξη.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στις τοποθετήσεις του πρώην πρωθυπουργού για την οικονομία, την ακρίβεια και τη φορολογία, υποστηρίζοντας ότι παραγνωρίζουν τη διεθνή διάσταση των οικονομικών πιέσεων.
Η ίδια απέκλεισε επίσης το ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με κόμματα της ακροδεξιάς.
Η ακρίβεια και η απάντηση στην κριτική κατά της κυβέρνησης
Στο ζήτημα της ακρίβειας, η Ντόρα Μπακογιάννη αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό «ακρίβεια Μητσοτάκη», σημειώνοντας ότι οι αυξήσεις στο κόστος ζωής δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.
Επικαλέστηκε τις οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις που καταγράφονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υποστηρίζοντας ότι οι διεθνείς κρίσεις επηρεάζουν άμεσα τις τιμές της ενέργειας και των βασικών αγαθών.
Σύμφωνα με την ίδια, οι επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων στην οικονομία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως πρόβλημα που δημιουργείται αποκλειστικά από την ελληνική κυβέρνηση.
Αναγνώρισε, πάντως, ότι στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας έχουν υπάρξει αλαζονικές συμπεριφορές υπουργών, υποστηρίζοντας ότι το φαινόμενο έχει περιοριστεί και ότι τα κυβερνητικά στελέχη βρίσκονται πλέον σε μεγαλύτερη επαφή με την κοινωνία.
Η εξωτερική πολιτική και το δίλημμα των εκλογών
Η πρώην υπουργός Εξωτερικών παρουσίασε την εξωτερική πολιτική ως ένα από τα βασικότερα πλεονεκτήματα της Νέας Δημοκρατίας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της εθνικής άμυνας και στον διεθνή ρόλο της χώρας.
Κατά την εκτίμησή της, η αβεβαιότητα που επικρατεί στο διεθνές περιβάλλον ενισχύει τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας, την οποία θεωρεί καθοριστικό στοιχείο της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Στο πλαίσιο αυτό, επανέφερε το δίλημμα «Μητσοτάκης ή αστάθεια», υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες θα κληθούν να αξιολογήσουν όχι μόνο την οικονομική κατάσταση, αλλά και τις δυνατότητες διακυβέρνησης της χώρας.
Η τοποθέτησή της για το 25%, πάντως, διατηρεί ανοιχτή μια ιδιαίτερα σημαντική πολιτική συζήτηση: ποια θα είναι η επόμενη ημέρα για τη Νέα Δημοκρατία και την ηγεσία της, εάν το εκλογικό αποτέλεσμα αποδειχθεί κατώτερο των προσδοκιών.
