Η Apple ετοιμάζεται να παρουσιάσει μια σειρά νέων προϊόντων, επιχειρώντας να ενισχύσει την ανάπτυξή της και να δικαιολογήσει την υψηλή αποτίμηση της μετοχής της.

Ωστόσο, παρά τις προσδοκίες για το αναδιπλούμενο iPhone και την επέκταση στην αγορά του έξυπνου σπιτιού, οι επενδυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το κατά πόσο οι νέες συσκευές μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ώθηση στα οικονομικά αποτελέσματα του τεχνολογικού κολοσσού.

Σύμφωνα με το Business Standard, η Apple πραγματοποιεί την Τρίτη (13/10) εκδήλωση αφιερωμένη στα προϊόντα έξυπνου σπιτιού, με νέες συσκευές όπως έξυπνα κουδούνια και θερμοστάτες.

Παράλληλα, μέσα στον Οκτώβριο σχεδιάζει να παρουσιάσει MacBook με οθόνη αφής και νέο iPad mini, ενώ την Παρασκευή ξεκινούν οι προπαραγγελίες για το αναδιπλούμενο iPhone Duo.

Apple: Η ακριβή μετοχή και οι προσδοκίες

Η μετοχή της Apple έχει ενισχυθεί κατά 25% από τις αρχές του 2026, καταγράφοντας την καλύτερη επίδοση μεταξύ των επτά μεγάλων αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών, γνωστών ως «Magnificent Seven».

Ωστόσο, η αποτίμησή της δημιουργεί προβληματισμό. Η μετοχή διαπραγματεύεται σε επίπεδα άνω των 35 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη των επόμενων 12 μηνών, έναντι ιστορικού μέσου όρου περίπου 24 φορές την τελευταία δεκαετία.

Ο Peter Andersen, επικεφαλής επενδύσεων της Andersen Capital Management, εκτιμά ότι μια εταιρεία τέτοιου μεγέθους χρειάζεται προϊόντα με εξαιρετικά υψηλή εμπορική επιτυχία για να επιταχύνει ουσιαστικά την ανάπτυξή της.

Το αναδιπλούμενο iPhone και το στοίχημα της ανάπτυξης

Το iPhone Duo αποτελεί τη μεγαλύτερη σχεδιαστική αλλαγή στην ιστορία του δημοφιλέστερου προϊόντος της Apple. Ωστόσο, η υψηλή τιμή του και η πίεση που ασκεί ο πληθωρισμός στους καταναλωτές δημιουργούν ερωτήματα σχετικά με τη ζήτηση.

Παράλληλα, σύμφωνα με το Bloomberg Intelligence, η εταιρεία έχει περιορίσει τις παραγγελίες εξαρτημάτων για ορισμένα μοντέλα iPhone, εξαιτίας χαμηλότερης από την αναμενόμενη ζήτησης.

Οι αναλυτές προβλέπουν αύξηση εσόδων 15% για τη χρήση που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, με τον ρυθμό ανάπτυξης να επιβραδύνεται στο 10% το 2027 και στο 7,8% το 2028.

Παρά τις επιφυλάξεις, η Apple διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα στην αγορά της τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να έχει αναλάβει τις τεράστιες επενδυτικές δαπάνες άλλων τεχνολογικών εταιρειών.

Η Lu Zhang, ιδρύτρια της Fusion Fund, εκτιμά ότι η Apple μπορεί να επωφεληθεί από τον ρόλο των συσκευών της ως βασικών καναλιών πρόσβασης των καταναλωτών σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Διαβάστε ακόμη: