Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν χρειάζεται να κάνουν πολλά για να καταλάβουν ότι η πολιτική σύγκρουση στην Κεντροαριστερά τούς προσφέρει ένα πολύτιμο πλεονέκτημα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκονται σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης, οι τόνοι ανεβαίνουν, οι προσωπικές αιχμές πολλαπλασιάζονται και οι πιθανότητες συνεννόησης μοιάζουν να απομακρύνονται.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την πλευρά του, έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί τις εξελίξεις με πολιτικό ενδιαφέρον.
Το παράδοξο για την αντιπολίτευση είναι ότι η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να προκαλέσει αυτήν την αντιπαράθεση. Δεν χρειάζεται να στήσει κάποιο επικοινωνιακό τέχνασμα ούτε να ανακαλύψει καινούργια μέτωπα για να αναδείξει τις αντιθέσεις των πολιτικών της αντιπάλων.
Η σύγκρουση εξελίσσεται μπροστά στα μάτια όλων, με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν ισχυρό πόλο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Και κάπως έτσι, ενώ η αντιπολίτευση θα μπορούσε να επενδύει στην ανάδειξη των προβλημάτων της κυβέρνησης, η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται στις δικές της εσωτερικές αντιθέσεις.
Για το Μαξίμου, πρόκειται για μια πολιτική συνθήκη που δημιουργεί περιθώρια κινήσεων, χωρίς να απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια.

Από την πολιτική διαφωνία στις βαριές κουβέντες
Το τελευταίο επεισόδιο της αντιπαράθεσης, με αφορμή τη σκληρή επίθεση του Θανάση Καρτερού κατά του Νίκου Ανδρουλάκη και τη χρήση του χαρακτηρισμού «βλάκας», ανέβασε κατακόρυφα τη θερμοκρασία. Η συζήτηση ξεπέρασε τα όρια μιας συνηθισμένης πολιτικής διαφωνίας και μεταφέρθηκε στο πεδίο των προσωπικών χαρακτηρισμών, προκαλώντας νέα ερωτήματα για το κατά πόσο υπάρχει έδαφος συνεννόησης ανάμεσα στις διαφορετικές δυνάμεις του προοδευτικού χώρου.
Η σημασία του επεισοδίου δεν βρίσκεται μόνο στη σκληρότητα της γλώσσας. Βρίσκεται κυρίως στο πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται. Όταν μια αντιπαράθεση φτάνει σε τέτοιους χαρακτηρισμούς, η επιστροφή σε ένα κλίμα στοιχειώδους εμπιστοσύνης γίνεται πολύ δυσκολότερη. Οι δημόσιες κουβέντες καταγράφονται, οι πολιτικές πλευρές καλούνται να πάρουν θέση και κάθε νέα δήλωση κινδυνεύει να λειτουργήσει ως καύσιμο για τον επόμενο γύρο της σύγκρουσης.
Το ερώτημα είναι πλέον εάν πρόκειται για μια έκρηξη της στιγμής ή για την αποκάλυψη ενός βαθύτερου χάσματος. Γιατί η αντιπαράθεση δεν αφορά απλώς δύο πρόσωπα. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο ολόκληρος ο χώρος της Κεντροαριστεράς αντιλαμβάνεται την επόμενη ημέρα, τις ηγετικές φιλοδοξίες και το ποιος δικαιούται να διεκδικήσει τον κεντρικό ρόλο απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ο Ανδρουλάκης δεν θέλει να γίνει κομπάρσος
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια συμπληρωματική δύναμη που θα περιμένει τις αποφάσεις άλλων. Η ηγεσία του επιδιώκει να διατηρήσει την πολιτική και οργανωτική αυτονομία του κόμματος, να διεκδικήσει τον ρόλο του βασικού αντιπάλου της Νέας Δημοκρατίας και να αποφύγει μια διαδικασία ανασύνθεσης της Κεντροαριστεράς στην οποία οι όροι θα καθορίζονται από τρίτους.
Από αυτήν την οπτική, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο δημιουργεί ένα σύνθετο πρόβλημα. Ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να αποτελεί αναγνωρίσιμο πολιτικό πρόσωπο, διαθέτει δικό του ακροατήριο και μπορεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεργασίες του ευρύτερου προοδευτικού χώρου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ είναι διατεθειμένο να παραχωρήσει εύκολα τον χώρο που έχει κατακτήσει ή να αποδεχθεί μια νέα πολιτική εξίσωση με επικεφαλής κάποιον άλλον.
Η σύγκρουση, επομένως, αφορά και το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στην επόμενη ημέρα. Και όσο οι φιλοδοξίες δεν συναντούν ένα κοινό πλαίσιο συνεννόησης, τόσο η αντιπαράθεση αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικής αναμέτρησης χωρίς σαφείς κανόνες αποκλιμάκωσης.

Ο Τσίπρας και το πρόβλημα της επόμενης ημέρας
Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να επιστρέψει στη συζήτηση για την ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου χωρίς να προκαλέσει αντιδράσεις. Η πολιτική του διαδρομή, η περίοδος διακυβέρνησης 2015-2019 και η σχέση του με τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν αναπόφευκτα σημεία αναφοράς κάθε συζήτησης για το επόμενο εγχείρημά του.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν μπορεί να διαμορφωθεί ένα νέο σχήμα που θα προσελκύσει δυνάμεις πέρα από τον στενό κύκλο των πολιτικών του υποστηρικτών. Για να συμβεί αυτό, θα απαιτούνταν διάλογος, σαφείς πολιτικές προτεραιότητες και κάποια μορφή συνεννόησης με πρόσωπα και κόμματα που δεν επιθυμούν να λειτουργήσουν υπό την ηγεσία του.
Η ένταση με το ΠΑΣΟΚ περιπλέκει αυτήν την προσπάθεια. Αντί να ανοίγει μια συζήτηση για κοινές θέσεις, κοινωνικές συμμαχίες και εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, η δημόσια αντιπαράθεση επικεντρώνεται στα πρόσωπα και στις μεταξύ τους σχέσεις. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει ανοιχτό το βασικό ερώτημα: ποια ακριβώς πολιτική πρόταση θα μπορούσε να ενώσει δυνάμεις που σήμερα δυσκολεύονται ακόμη και να συνομιλήσουν σε ήρεμο τόνο;

Το δώρο που δεν χρειάζεται να ζητήσει το Μαξίμου
Εδώ βρίσκεται και το βασικό πολιτικό κέρδος που μπορεί να αποκομίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Όχι επειδή η σύγκρουση των αντιπάλων του λύνει αυτομάτως τα προβλήματα της κυβέρνησης, αλλά επειδή δυσκολεύει τη συγκρότηση ενός ενιαίου αντιπολιτευτικού μετώπου και αφήνει αναπάντητο το ερώτημα της εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Η πολιτική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο με προγράμματα, αριθμούς και προτάσεις. Διεξάγεται και με την εικόνα που σχηματίζουν οι πολίτες για τη δυνατότητα κάθε πολιτικού χώρου να συνεργαστεί, να συνθέσει διαφορές και να παρουσιάσει ένα συνεκτικό σχέδιο. Όταν η εικόνα που κυριαρχεί είναι εκείνη της αλληλοκατηγορίας, η συζήτηση για την ουσία περνά αναγκαστικά σε δεύτερο πλάνο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι θα επιβραβεύσουν υποχρεωτικά την κυβέρνηση ούτε ότι κάθε διαφωνία στην αντιπολίτευση μετατρέπεται αυτομάτως σε κέρδος για τη Νέα Δημοκρατία. Σημαίνει, όμως, ότι το Μαξίμου αποκτά τη δυνατότητα να προβάλλει το επιχείρημα πως οι αντίπαλοί του δεν έχουν ακόμη βρει κοινό βηματισμό. Και αυτό είναι ένα επιχείρημα που μπορεί να αξιοποιηθεί πολιτικά, ιδίως όταν η συζήτηση αφορά την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και την προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης.

Η μάχη για το κέντρο
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ακροατήριο του πολιτικού κέντρου. Οι ψηφοφόροι που δεν ταυτίζονται απολύτως με κάποιο κόμμα, αλλά αξιολογούν την κυβερνητική σταθερότητα, την αξιοπιστία και την ικανότητα διαχείρισης, αποτελούν κρίσιμο πεδίο πολιτικής διεκδίκησης.
Η αδυναμία συνεννόησης στην Κεντροαριστερά μπορεί να δυσκολέψει την προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ και άλλων προοδευτικών δυνάμεων να εμφανιστούν ως μια πειστική εναλλακτική. Αν η δημόσια εικόνα τους κυριαρχείται από προσωπικές συγκρούσεις, τότε η συζήτηση για την πολιτική αλλαγή κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στο ερώτημα ποιος θα ηγηθεί και όχι στο τι διαφορετικό προτείνει.
Για τη Νέα Δημοκρατία, αυτό δημιουργεί ένα περιθώριο να απευθυνθεί σε πολίτες που αναζητούν προβλεψιμότητα και πολιτική σταθερότητα. Δεν πρόκειται για εξασφαλισμένη μετακίνηση ψηφοφόρων, αλλά για ένα πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση μπορεί να επιχειρήσει να ενισχύσει το επιχείρημά της.
Το παράδοξο είναι ότι όσο οι αντίπαλοι του πρωθυπουργού αναλώνονται στην αντιπαράθεση μεταξύ τους, τόσο λιγότερος χώρος μένει για να αναδειχθούν με την ίδια ένταση οι δικές τους προγραμματικές διαφορές με την κυβέρνηση.

Ποιος θα σταματήσει τον εμφύλιο;
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν υπάρχει πρόσωπο ή πολιτική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία της σύγκρουσης. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα απαιτούνταν τουλάχιστον μια συμφωνία ότι οι διαφορές δεν μπορούν να μετατρέπονται διαρκώς σε προσωπική αντιπαράθεση, αλλά και μια στοιχειώδης αποσαφήνιση του στόχου: συνεργασία, αυτόνομη πορεία ή ανταγωνισμός για την ηγεμονία στον ίδιο πολιτικό χώρο.
Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα, κάθε νέα δήλωση κινδυνεύει να ανοίγει έναν ακόμη γύρο αντιπαράθεσης. Και κάθε γύρος δυσκολεύει περισσότερο την προσπάθεια να παρουσιαστεί μια κοινή στρατηγική.
Στο μεταξύ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει λόγο να παρέμβει σε μια διαμάχη που εξελίσσεται χωρίς τη δική του συμμετοχή. Το πολιτικό όφελος για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι δεδομένο, αλλά η αδυναμία των αντιπάλων της να συνεννοηθούν αποτελεί μια συνθήκη που μπορεί να αξιοποιήσει.
Στην πολιτική, άλλωστε, δεν αρκεί να θέλεις να ανατρέψεις τον αντίπαλό σου. Πρέπει να μπορείς να πείσεις ότι διαθέτεις και μια αξιόπιστη εναλλακτική. Και όσο ο Ανδρουλάκης και ο Τσίπρας ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες, αυτή ακριβώς η εικόνα παραμένει το μεγάλο ζητούμενο για την Κεντροαριστερά — και το πεδίο στο οποίο το Μαξίμου παρακολουθεί τις εξελίξεις με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Διαβάστε ακόμη:
- Κλήσεις Τροχαίας από κάμερες: Δείτε αν σας έγραψαν χωρίς να το γνωρίζετε
- Η εντυπωσιακή γέφυρα της Ελλάδας που μοιάζει να επιπλέει πάνω σε λίμνη
- Το colpo grosso του Μητσοτάκη στη Σύνοδο Κορυφής – Ετοιμάζει πακέτο 700 εκατ. ευρώ
- Ρεύμα: Υποχρεωτικά ετήσια σταθερά συμβόλαια και «ασπίδα» απέναντι στις ανατιμήσεις