Δύο διαφορετικές ταχύτητες αποτυπώνουν τα στοιχεία της Eurostat για την ελληνική επιχειρηματική οικονομία το 2024.

Από τη μία βρίσκονται οι μεγάλοι σε μέγεθος κλάδοι, όπως το εμπόριο, η μεταποίηση και ο τουρισμός, οι οποίοι συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος της απασχόλησης και της παραγόμενης αξίας. Από την άλλη, πολύ μικρότεροι κλάδοι, όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τα ακίνητα, εμφανίζουν σαφώς υψηλότερη παραγωγικότητα και λειτουργικά περιθώρια.

Η εικόνα είναι χαρακτηριστική της δομής της ελληνικής οικονομίας, αλλά και των μεγάλων αποκλίσεων που υπάρχουν μεταξύ των επιμέρους δραστηριοτήτων.

Εμπόριο και μεταποίηση στην κορυφή

Το μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας της ελληνικής επιχειρηματικής οικονομίας παράγεται στο εμπόριο.

Σύμφωνα με τη Eurostat, οι δραστηριότητες χονδρικού και λιανικού εμπορίου, μαζί με την επισκευή αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, παρήγαγαν το 2024 προστιθέμενη αξία άνω των 22 δισ. ευρώ.

Ακολουθεί η μεταποίηση, με περίπου 20 δισ. ευρώ, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκονται οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, με περίπου 13 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερα υψηλή είναι και η συμβολή του τουρισμού. Οι επιχειρήσεις καταλυμάτων και εστίασης παρήγαγαν προστιθέμενη αξία περίπου 10 δισ. ευρώ, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση μεταξύ των επιμέρους κλάδων.

Επονται οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, οι μεταφορές και η αποθήκευση, καθώς και ο κλάδος της πληροφορικής και των επικοινωνιών.

Eurostat: Οι δύο ταχύτητες της ελληνικής οικονομίας – Ποιοι κλάδοι παράγουν αξία και ποιοι κέρδη-1

Η κατάταξη αυτή, ωστόσο, αλλάζει θεαματικά όταν το κριτήριο δεν είναι το συνολικό οικονομικό μέγεθος, αλλά το πόσο αποδοτικά χρησιμοποιείται η εργασία.

Χρηματοοικονομικά και ακίνητα «ξεφεύγουν» στην παραγωγικότητα

Στον δείκτη παραγωγικότητας προσαρμοσμένης στο μισθολογικό κόστος, οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες βρίσκονται με μεγάλη διαφορά στην πρώτη θέση.

Ο σχετικός δείκτης ξεπερνά το 330%, όταν ο μέσος όρος της ελληνικής επιχειρηματικής οικονομίας κινείται κοντά στο 160%.

Ακολουθούν οι δραστηριότητες ακινήτων, με περίπου 275%, και η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, με περίπου 240%.

Υψηλότερα από τον μέσο όρο βρίσκονται επίσης οι τέχνες και η ψυχαγωγία, η μεταποίηση και οι κατασκευές.

Στον αντίποδα, χαμηλότερες επιδόσεις εμφανίζουν η εκπαίδευση, οι επισκευές ηλεκτρονικών και οικιακών συσκευών, η εξόρυξη και οι λοιπές προσωπικές υπηρεσίες.

Eurostat: Οι δύο ταχύτητες της ελληνικής οικονομίας – Ποιοι κλάδοι παράγουν αξία και ποιοι κέρδη-2

Η εικόνα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο συγκεκριμένος δείκτης συνδέει την προστιθέμενη αξία που παράγεται με το κόστος του προσωπικού και περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τις στρεβλώσεις που προκαλούν οι διαφορές στη μερική απασχόληση μεταξύ κλάδων.

Οι μεγαλύτεροι μισθολογικοί λογαριασμοί

Το κόστος εργασίας παρουσιάζει εξίσου μεγάλες αποκλίσεις. Στην κορυφή βρίσκονται οι επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, όπου η μέση δαπάνη προσωπικού ξεπερνά τα 50.000 ευρώ ανά εργαζόμενο ετησίως.

Αρκετά χαμηλότερα, κοντά στις 36.000 ευρώ, βρίσκεται ο κλάδος της πληροφορικής και των επικοινωνιών.

Στη μεταποίηση, στις μεταφορές και στις επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες το αντίστοιχο ποσό κινείται γύρω στις 25.000-27.000 ευρώ. Ο μέσος όρος της επιχειρηματικής οικονομίας βρίσκεται κοντά στις 20.000 ευρώ ανά εργαζόμενο.

Στο χαμηλότερο άκρο της κατάταξης βρίσκονται οι υπηρεσίες καταλυμάτων και εστίασης, όπου η μέση δαπάνη προσωπικού διαμορφώνεται περίπου στις 10.000 ευρώ, καθώς και οι λοιπές προσωπικές υπηρεσίες και η εκπαίδευση.

Eurostat: Οι δύο ταχύτητες της ελληνικής οικονομίας – Ποιοι κλάδοι παράγουν αξία και ποιοι κέρδη-3

Η ψαλίδα είναι μεγάλη: το μέσο κόστος προσωπικού στους κλάδους της ενέργειας και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών είναι περισσότερο από πενταπλάσιο εκείνου που καταγράφεται σε καταλύματα και εστίαση.

Ποιοι μετατρέπουν καλύτερα τον τζίρο σε λειτουργικό κέρδος

Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι διαφοροποιήσεις στον ακαθάριστο λειτουργικό δείκτη, ο οποίος μετρά το ποσοστό του κύκλου εργασιών που μετατρέπεται σε λειτουργικό πλεόνασμα πριν από αποσβέσεις και φόρους.

Στις χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες ο δείκτης πλησιάζει το 50%, μακράν το υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των κλάδων.

Ακολουθούν οι δραστηριότητες ακινήτων, με περίπου 35%, και η υγεία και κοινωνική μέριμνα, κοντά στο 27%.

Επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες, πληροφορική και επικοινωνίες και μεταφορές κινούνται επίσης αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της επιχειρηματικής οικονομίας, ο οποίος βρίσκεται περίπου στο 14%.

Στο εμπόριο, αντίθετα, το περιθώριο περιορίζεται κοντά στο 6%, γεγονός που συνδέεται και με τον πολύ μεγάλο κύκλο εργασιών που χαρακτηρίζει τον συγκεκριμένο κλάδο.

Η εξόρυξη αποτελεί τη μοναδική κατηγορία στο γράφημα που εμφανίζει αρνητικό λειτουργικό δείκτη για το 2024.

Eurostat: Οι δύο ταχύτητες της ελληνικής οικονομίας – Ποιοι κλάδοι παράγουν αξία και ποιοι κέρδη-4

Τα στοιχεία δείχνουν τελικά μια οικονομία στην οποία το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας και της απασχόλησης εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε εμπόριο, τουρισμό και μεταποίηση, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι ίδιοι κλάδοι εμφανίζουν και τις υψηλότερες αποδόσεις.

Οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τα ακίνητα έχουν μικρότερο αποτύπωμα σε αριθμό επιχειρήσεων και εργαζομένων, αλλά βρίσκονται στην κορυφή σε όρους παραγωγικότητας και λειτουργικών περιθωρίων. Και αυτή είναι ίσως η πιο καθαρή ένδειξη των διαφορετικών «οικονομιών» που συνυπάρχουν μέσα στην ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα.