Στα μέτρα ασφαλείας που θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την τραγωδία στην Πλάκα, όπου έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από την ισχυρή έκρηξη της περασμένης Παρασκευής, αναφέρθηκε ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Τεχνικών Εγκαταστάσεων Καύσης, Γιώργος Καλύβας.

Μιλώντας τη Δευτέρα στο ΕΡΤnews, ο κ. Καλύβας σημείωσε ότι, με βάση τα έως τώρα δεδομένα, εκτιμάται πως η έκρηξη ενδέχεται να προκλήθηκε από συσσώρευση φυσικού αερίου στο εσωτερικό του διαμερίσματος.

Διευκρίνισε, πάντως, ότι πρόκειται για εκτίμηση, καθώς η επίσημη έρευνα για τα ακριβή αίτια βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, πιθανή διαρροή θα μπορούσε να είχε σημειωθεί είτε σε σωλήνα είτε στην ίδια τη συσκευή φυσικού αερίου, η οποία βρισκόταν στην κουζίνα.

Εφόσον το αέριο συγκεντρώθηκε σε κλειστό χώρο, ακόμη και ένας σπινθήρας από ηλεκτρικό διακόπτη θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να προκαλέσει ανάφλεξη.

Ο Γιώργος Καλύβας επισήμανε ότι τα περισσότερα μηχανήματα φυσικού αερίου εγκαθίστανται σε εξωτερικούς χώρους, όπως τα μπαλκόνια. Όπως εξήγησε, το φυσικό αέριο είναι ελαφρύτερο από τον αέρα και, όταν υπάρχει επαρκής αερισμός, διαχέεται στην ατμόσφαιρα αντί να συσσωρεύεται.

Πλάκα: Η βαλβίδα και ο ανιχνευτής που θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ύπαρξη συστημάτων ασφαλείας. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, στη συγκεκριμένη εγκατάσταση δεν υπήρχαν μια βαλβίδα ασφαλείας στη γραμμή και αισθητήρας ανίχνευσης αερίου.

Ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να εντοπίσει εγκαίρως πιθανή διαρροή, να ενεργοποιήσει ηχητική προειδοποίηση και, σε συνδυασμό με την κατάλληλη βαλβίδα, να διακόψει την παροχή.

«Με ένα μικρό κοστολόγιο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αυτό το συμβάν», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, αναφερόμενος στην εγκατάσταση ανιχνευτή με σειρήνα και βαλβίδας μετά τον μετρητή.

Ο ίδιος στάθηκε και στην ανάγκη τακτικού ελέγχου των εγκαταστάσεων. Όπως είπε, η σχετική νομοθεσία προβλέπει ετήσια συντήρηση για συσκευές φυσικού αερίου, υγραερίου και πετρελαίου, καθώς και έλεγχο στεγανότητας της γραμμής ανά τέσσερα χρόνια, προκειμένου να διαπιστώνεται εάν υπάρχει διαρροή.

Διαβάστε ακόμη: