Ένα εκτεταμένο δίκτυο παραπλάνησης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος φέρεται να είχε στήσει με τις ευλογίες του Κρεμλίνου η A7, μια ρωσική fintech εταιρεία που δημιουργήθηκε ως εναλλακτική λύση στο δυτικό σύστημα πληρωμών μετά τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στις ρωσικές τράπεζες μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Στη συγκεκριμένη αποκάλυψη προχώρησαν οι Financial Times, επεξεργαζόμενοι εκατοντάδες χιλιάδες έγγραφα που εξασφάλισαν από το εσωτερικό της εταιρείας. Σύμφωνα με την έρευνα της βρετανικής εφημερίδας, η A7 χρησιμοποίησε ένα τεράστιο δίκτυο εταιρειών-βιτρινών και μια βιομηχανικής κλίμακας διαδικασία πλαστογράφησης εγγράφων, προκειμένου να διοχετεύσει περισσότερα από 6,9 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, παρά τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία.
Μεταξύ των τραπεζών που φέρεται να διαχειρίστηκαν συναλλαγές συνδεδεμένες με την A7 περιλαμβάνονται η Standard Chartered, η Citigroup, η JPMorgan Chase, η Deutsche Bank, η DBS της Σιγκαπούρης και η μεγαλύτερη τράπεζα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, First Abu Dhabi Bank.
Ορισμένες από τις συναλλαγές που εντοπίστηκαν στα αρχεία σχετίζονται, σύμφωνα με τους FT, με ιδιαίτερα ευαίσθητα προϊόντα που συνδέονται με τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου στρατιωτικού εξοπλισμού και αγορών από ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας.
FT Exclusive: Standard Chartered, Citigroup and other international banks handled billions of dollars from a Kremlin-backed fintech company that tricked its way into the global financial system using a vast document forgery operation. https://t.co/gcH0W7gkB0 pic.twitter.com/0CB2DjIPaB
— Financial Times (@FT) September 21, 2026
Η A7 και το σχέδιο παράκαμψης των κυρώσεων
Η A7 παρουσιάστηκε από τη Ρωσία ως ένα καινοτόμο χρηματοοικονομικό εργαλείο που θα επέτρεπε διεθνείς πληρωμές έπειτα από τον αποκλεισμό ρωσικών τραπεζών από το σύστημα Swift, μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία των Times, η εταιρεία δεν βασίστηκε μόνο σε τεχνολογικές λύσεις, αλλά σε ένα παραδοσιακό μοντέλο ξεπλύματος χρήματος: εταιρείες-βιτρίνες, ψεύτικα παραστατικά και παραπλανητικά στοιχεία για την πραγματική φύση των συναλλαγών.
Η A7 ιδρύθηκε αρχικά στη Ρωσία και το Κιργιστάν από τον Μολδαβό ολιγάρχη Ιλάν Σορ, με την υποστήριξη της Promsvyazbank (PSB), μιας κρατικής ρωσικής τράπεζας με στενούς δεσμούς με την αμυντική βιομηχανία.
Ο Σορ είχε στείλει το μήνυμά του τον Ιούλιο στο ρωσικό κρατικό πρακτορείο Tass: «Δίνουμε στις εταιρείες και στις χώρες ελευθερία, επειδή το σύστημά μας είναι ανθεκτικό στις κυρώσεις».
Το Κρεμλίνο έχει παρουσιάσει την A7 ως τον βασικό πάροχο διασυνοριακών πληρωμών της Ρωσίας για εισαγωγές.
Δισεκατομμύρια πέρασαν από διεθνείς τράπεζες
Τα στοιχεία που εξετάστηκαν από τους Financial Times δείχνουν ότι:
– Λογαριασμοί στην Standard Chartered στο Χονγκ Κονγκ έλαβαν περίπου 1,1 δισ. δολάρια από οντότητες που συνδέονται με την A7 από τα τέλη του 2024 έως τον Αύγουστο του 2025.
– Πελάτες της DBS στο Χονγκ Κονγκ έλαβαν περίπου 273 εκατ. δολάρια.
– Πελάτες της Citigroup έλαβαν περίπου 74 εκατ. δολάρια.
– Πελάτες της Deutsche Bank στην Ευρώπη έλαβαν περίπου 18 εκατ. δολάρια.
Παράλληλα, η A7 άνοιξε λογαριασμούς στη First Abu Dhabi Bank για 17 διαφορετικές εταιρείες, οι οποίες πραγματοποίησαν εξερχόμενες πληρωμές άνω των 1,8 δισ. δολαρίων. Η εταιρεία χρησιμοποίησε επίσης λογαριασμούς στη JPMorgan Chase και στην DBS.
Εκατοντάδες εταιρείες-φαντάσματα και πλαστά τιμολόγια
Η έρευνα των FT εντόπισε περίπου 100 εταιρείες-βιτρίνες που πραγματοποίησαν πληρωμές μέσα στην περίοδο που καλύπτουν τα διαρρεύσαντα στοιχεία.
Τα έγγραφα αναφέρονται σε τουλάχιστον άλλες 100 παρόμοιες οντότητες, μεταξύ των οποίων: 61 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, 87 στο Χονγκ Κονγκ, 16 στο Κιργιστάν και 14 στην Ινδονησία.
Σύμφωνα με την έρευνα, οι εταιρείες αυτές δημιουργούσαν ψεύτικα έγγραφα ώστε να εμφανίζουν διαφορετική φύση προϊόντων και συναλλαγών από την πραγματική.
Η A7 φέρεται να διέθετε χιλιάδες εταιρικές σφραγίδες, ορισμένες πλαστές και άλλες αντιγραμμένες από πραγματικά έγγραφα εταιρειών που δεν γνώριζαν τη χρήση τους. Οι υπάλληλοι, από την πλευρά τους, έδιναν οδηγίες στις εταιρείες για το πώς να περιγράφουν τα προϊόντα ώστε να μην ενεργοποιούνται οι έλεγχοι κυρώσεων. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα έγγραφα, εταιρείες αντικαθιστούσαν τελωνειακούς κωδικούς προϊόντων που υπόκεινταν σε κυρώσεις με άλλους παρόμοιους αλλά μη απαγορευμένους.
Ακόμη και στρατιωτικός εξοπλισμός εμφανίζεται στα αρχεία
Σε μία από τις συνομιλίες που περιλαμβάνονται στα αρχεία της A7, εργαζόμενοι συζητούν για τραπεζικό έλεγχο σχετικά με πληρωμή που στην πραγματικότητα αφορούσε την αγορά 500 διοπτρών νυχτερινής όρασης, αξίας περίπου 510.000 δολαρίων, για Ρώσο πελάτη τον Φεβρουάριο του 2025.
Οι υπάλληλοι της A7 είχαν ήδη δημιουργήσει πλαστά έγγραφα που εμφάνιζαν την αγορά ως «ενισχυμένο γυαλί», αλλά εξέταζαν το ενδεχόμενο να εμφανίσουν το προϊόν ως «υποδήματα». Τελικά αποφάσισαν να διατηρήσουν την προηγούμενη περιγραφή ώστε να μη δημιουργηθούν υποψίες.
Παράλληλα, τα έγγραφα δείχνουν ότι η εταιρεία προσπαθούσε να αφαιρεί κάθε «ρωσικό ίχνος» από τα παραστατικά, αλλάζοντας στοιχεία αγοραστών, προϊόντων και παραδόσεων, ακόμη και αφαιρώντας γράμματα του κυριλλικού αλφαβήτου από τα έγγραφα.
Οι τράπεζες εντόπισαν κινήσεις και έκλεισαν λογαριασμούς
Η A7 φέρεται αρχικά να διοχέτευσε μεγάλο μέρος των συναλλαγών μέσω τριών τραπεζών στο Κιργιστάν: Eldik, Aiyl και Eurasian Savings Bank.
Σύμφωνα με τα αρχεία, η Standard Chartered εξέφρασε ανησυχίες τον Φεβρουάριο του 2025 και στη συνέχεια λογαριασμοί που συνδέονταν με την A7 έκλεισαν. Μετά από αυτό, η A7 μετέφερε μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η First Abu Dhabi Bank αποτέλεσε βασικό κόμβο, καθώς εταιρείες που συνδέονταν με την A7 πραγματοποίησαν μέσω αυτής εξερχόμενες πληρωμές περίπου 1,3 δισ. δολαρίων και συναλλαγές μεταξύ τους ύψους περίπου 500 εκατ. δολαρίων.
Οι απαντήσεις των τραπεζών
Η First Abu Dhabi Bank δήλωσε στους Financial Times ότι δεν σχολιάζει συγκεκριμένες υποθέσεις, αλλά τόνισε ότι λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα όταν εντοπίζονται πιθανές παραβιάσεις. Η τράπεζα επιβεβαίωσε ότι όλοι οι λογαριασμοί που συνδέθηκαν με την A7 έχουν ήδη εντοπιστεί και κλείσει.
Η DBS ανέφερε ότι δεν είχε άμεση σχέση με την A7, αλλά επιβεβαίωσε ότι ένας λογαριασμός εταιρείας που εντοπίστηκε από τους FT ελέγχθηκε και έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες.
Η Standard Chartered, η Citigroup, η JPMorgan και η Deutsche Bank δήλωσαν ότι έχουν ισχυρές διαδικασίες κατά του ξεπλύματος χρήματος, αλλά δεν σχολίασαν συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Η A7 και οι τράπεζες του Κιργιστάν που αναφέρονται στην έρευνα δεν απάντησαν στα αιτήματα των Times για σχολιασμό.