Μεγάλη εκπαιδευτική έκθεση του ΟΟΣΑ η οποία παρέχει μέχρι σήμερα μερικά από τα πιο εκτενή στοιχεία για τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της τεχνολογίας στη μαθησιακή διαδικασία, δείχνει πως οι μαθητές που δεν χρησιμοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τις σχολικές τους εργασίες εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις από εκείνους που βασίζονται συχνά σε chatbot.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έκθεσης, οι μαθητές που δήλωσαν ότι δεν χρησιμοποιούν ποτέ ή σχεδόν ποτέ AI για να συντάξουν κείμενα σε εργασίες γραπτού λόγου πέτυχαν μέση βαθμολογία 509 μονάδων σε τεστ φυσικών επιστημών, έναντι 481 μονάδων για όσους χρησιμοποιούν καθημερινά ή σχεδόν καθημερινά τεχνητή νοημοσύνη για τον ίδιο σκοπό.
Η διαφορά των 28 μονάδων, αφού ληφθούν υπόψη κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, αντιστοιχεί περίπου σε ενάμιση χρόνο διδασκαλίας.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και σε άλλες χρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, όπως η προκαταρκτική έρευνα για ένα νέο θέμα ή η περίληψη σχολικών κειμένων.
Ο διευθυντής Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ, Αντρέας Σλάιχερ, υπογράμμισε ότι η τεχνολογία πρέπει να λειτουργεί ως «στήριγμα και όχι ως δεκανίκι».
«Όπως δεν γινόμαστε πιο γυμνασμένοι παρακολουθώντας αθλητές αλλά κάνοντας οι ίδιοι άσκηση, έτσι και η μάθηση δεν προκύπτει από την απλή κατανάλωση περιεχομένου, αλλά από την παραγωγική γνωστική προσπάθεια του μυαλού απέναντι σε νέο υλικό», ανέφερε. Όπως πρόσθεσε, όταν η τεχνολογία ενισχύει αυτή τη διαδικασία, οι μαθητές προοδεύουν. Αν όμως παρακάμπτει τη δημιουργική προσπάθεια που απαιτεί η μάθηση, μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξή τους.
Η πρώτη μεγάλη αξιολόγηση μετά την έκρηξη της γενετικής AI
Το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) του ΟΟΣΑ εξετάζει μαθητές ηλικίας 15 ετών σε φυσικές επιστήμες, μαθηματικά και κατανόηση κειμένου και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία αξιολόγησης των εκπαιδευτικών συστημάτων παγκοσμίως.
Τα αποτελέσματα βασίζονται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα άνω των 760.000 μαθητών από 91 χώρες.
Πρόκειται για την πρώτη έκθεση μετά την προηγούμενη αξιολόγηση του 2022 που αποτυπώνει την επίδραση της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης, η οποία στο μεταξύ έγινε ευρέως διαθέσιμη μέσω εφαρμογών όπως τα chatbot.
Παρότι η τεχνητή νοημοσύνη θεωρείται σημαντικό εργαλείο αύξησης της παραγωγικότητας στον χώρο εργασίας, αυξάνονται οι ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει την εκπαίδευση, κυρίως λόγω του κινδύνου της λεγόμενης «γνωστικής μετατόπισης» (cognitive offloading), όπου οι μαθητές αναθέτουν στην AI δύσκολες εργασίες αντί να τις επεξεργάζονται οι ίδιοι.
Η συζήτηση εντάσσεται σε έναν ευρύτερο προβληματισμό για τη χρήση έξυπνων συσκευών στα σχολεία, με ολοένα περισσότερες χώρες να εξετάζουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις στη χρήση κινητών τηλεφώνων στα σχολεία.
Παρά τα νέα δεδομένα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η σχέση μεταξύ χρήσης AI και μαθητικών επιδόσεων είναι σύνθετη και εξαρτάται από τον τρόπο αξιοποίησης της τεχνολογίας.
Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης ενδείξεις ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει τη μάθηση όταν χρησιμοποιείται με κριτικό τρόπο και σε λογική συχνότητα.
Οι μαθητές που χρησιμοποιούν AI περίπου μία ή δύο φορές την εβδομάδα τείνουν να έχουν καλύτερες επιδόσεις από εκείνους που τη χρησιμοποιούν λιγότερο συχνά, αλλά και από όσους τη χρησιμοποιούν καθημερινά.
Ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα εμφανίζονται στους μαθητές που χρησιμοποιούν την AI «για να τους βοηθήσει να μάθουν». Οι εβδομαδιαίοι χρήστες αυτής της κατηγορίας ξεπερνούν σε επιδόσεις ακόμη και μαθητές που δεν χρησιμοποιούν καθόλου τεχνητή νοημοσύνη.
Η χρήση AI έχει ήδη εξαπλωθεί στα σχολεία
Η έκθεση του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η χρήση τεχνητής νοημοσύνης από μαθητές είναι πλέον ευρέως διαδεδομένη. Μόλις το 14% δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί ποτέ ή σχεδόν ποτέ AI για σχολικές εργασίες.
Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ χωρών. Στην Ιαπωνία το ποσοστό των μαθητών που αποφεύγουν τη χρήση AI αγγίζει σχεδόν το 40%, ενώ στο Βιετνάμ περιορίζεται μόλις στο 4%.
Η σχεδόν καθημερινή χρήση παραμένει σχετικά περιορισμένη, κάτω από το 20%.
Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί από μόνη της θετική ή αρνητική δύναμη για την εκπαίδευση. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το αν χρησιμοποιείται ως εργαλείο κατανόησης ή ως υποκατάστατο της προσωπικής προσπάθειας.
Ενδεικτικά, μεταξύ των μαθητών που χρησιμοποιούν AI καθημερινά, οι βαθμολογίες στη φυσική επιστήμη είναι κατά 13 μονάδες υψηλότερες όταν οι μαθητές καλούνται συστηματικά μέσα στο μάθημα να αξιολογούν την ακρίβεια των πληροφοριών που παράγει η τεχνητή νοημοσύνη.
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η πρόκληση για τα εκπαιδευτικά συστήματα δεν είναι μόνο αν θα επιτρέψουν ή θα απαγορεύσουν την AI, αλλά πώς θα διδάξουν τους μαθητές να τη χρησιμοποιούν με τρόπο που ενισχύει —και δεν αντικαθιστά— τη σκέψη και τη μάθηση.