Με αυξημένες διεθνείς πιέσεις εισέρχεται στον Σεπτέμβριο το Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς το παγκόσμιο sell off στα ομόλογα, η άνοδος του πετρελαίου, η επιστροφή των πληθωριστικών ανησυχιών και η αλλαγή προσδοκιών για τη νομισματική πολιτική δημιουργούν ένα σαφώς πιο απαιτητικό περιβάλλον.

Η ελληνική αγορά προέρχεται από ισχυρή πορεία, με άνοδο 4,18% τον Αύγουστο και περίπου 26% από την αρχή του έτους. Η επίδοση αυτή αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και πηγή κινδύνου, καθώς σε περιόδους διεθνούς απομόχλευσης οι επενδυτές τείνουν να ρευστοποιούν αγορές και τίτλους όπου έχουν ήδη συσσωρευτεί σημαντικά κέρδη.

Η πρώτη συνεδρίαση του μήνα έδωσε ένα πρώτο στίγμα. Ο Γενικός Δείκτης υποχώρησε κατά 0,75%, στις 2.657,18 μονάδες, με τζίρο 258,85 εκατ. ευρώ. Παρά τις πιέσεις, η πτώση παρέμεινε ελεγχόμενη, με τις τράπεζες και τη Motor Oil να λειτουργούν ως ανάχωμα.

Η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας βρίσκεται στις αγορές κρατικού χρέους. Οι αποδόσεις μακροπρόθεσμων τίτλων κινήθηκαν έντονα ανοδικά σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία, ανεβάζοντας το παγκόσμιο κόστος χρήματος. Η άνοδος του επιτοκίου χωρίς κίνδυνο μεταφέρεται άμεσα στις αποτιμήσεις των μετοχών, καθώς αυξάνει το προεξοφλητικό επιτόκιο και συμπιέζει τους πολλαπλασιαστές.

Οι πιέσεις είναι εντονότερες στις μετοχές που έχουν προηγηθεί σε απόδοση ή στηρίζονται περισσότερο σε μελλοντικές ταμειακές ροές. Την ίδια στιγμή, η αλλαγή των προσδοκιών γύρω από τη Fed αποτελεί νέο παράγοντα αβεβαιότητας. Η συζήτηση δεν επικεντρώνεται πλέον στο πόσο γρήγορα θα μειωθούν τα αμερικανικά επιτόκια, αλλά στο ενδεχόμενο νέας αύξησής τους, εξέλιξη που σηματοδοτεί ουσιαστική αλλαγή του επενδυτικού αφηγήματος.

Στο ήδη δύσκολο σκηνικό προστίθενται οι γεωπολιτικές εντάσεις και η άνοδος των ενεργειακών τιμών. Το Brent κινείται πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, επαναφέροντας τον κίνδυνο δεύτερου γύρου πληθωριστικών πιέσεων. Στην Ευρωζώνη, η προκαταρκτική εκτίμηση για τον πληθωρισμό του Αυγούστου δείχνει επιτάχυνση στο 3,3%, ενώ στην Ελλάδα στο 3,7%. Η εξέλιξη περιορίζει τα περιθώρια χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής και ασκεί πρόσθετη πίεση στις αγορές ομολόγων.

Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα εμφανίζουν μέχρι στιγμής μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με την απόδοση του 10ετούς κοντά στο 3,9%-4% και το spread έναντι του γερμανικού Bund σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Η εικόνα αυτή στηρίζεται στη μείωση του χρέους, στις περιορισμένες ανάγκες εκδόσεων και στην επενδυτική βαθμίδα. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η ελληνική αγορά μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από μια ευρύτερη ευρωπαϊκή διόρθωση.

Ένας λιγότερο προφανής αλλά σημαντικός κίνδυνος προέρχεται από την Ιαπωνία. Η άνοδος των ιαπωνικών αποδόσεων και η πιθανότητα περαιτέρω σύσφιξης από την Τράπεζα της Ιαπωνίας μπορούν να οδηγήσουν σε ξετύλιγμα του λεγόμενου yen carry trade. Πρόκειται για στρατηγική κατά την οποία επενδυτές δανείζονται σε γεν με χαμηλό κόστος και τοποθετούν τα κεφάλαια σε αγορές υψηλότερης απόδοσης. Αν το γεν ενισχυθεί και τα ιαπωνικά επιτόκια αυξηθούν ταυτόχρονα, η απομόχλευση μπορεί να γίνει απότομη και να οδηγήσει σε πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων διεθνώς.

Για το Χρηματιστήριο Αθηνών, ο κίνδυνος είναι έμμεσος αλλά υπαρκτός. Η ελληνική αγορά έχει υψηλό beta στη διεθνή διάθεση ανάληψης ρίσκου και, μετά τη μεγάλη άνοδο του 2026, διαθέτει κέρδη που μπορούν εύκολα να κατοχυρωθούν σε περίπτωση μαζικής ανάγκης για ρευστότητα.

Τεχνικά, η μεσοπρόθεσμη εικόνα παραμένει ανοδική, αλλά η απόρριψη της περιοχής των 2.700 μονάδων δημιουργεί αυξημένη προσοχή. Η ζώνη των 2.650 μονάδων αποτελεί την πρώτη γραμμή στήριξης, ενώ χαμηλότερα οι 2.600 μονάδες λειτουργούν ως σημαντικό ψυχολογικό και τεχνικό επίπεδο. Στην ανοδική πλευρά, η περιοχή 2.687-2.702 μονάδων παραμένει το βασικό εμπόδιο. Πειστική διάσπαση πάνω από τις 2.702 μονάδες, με αυξημένο όγκο συναλλαγών, θα επανέφερε το θετικό momentum.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμπεριφορά του τζίρου. Η πτώση κατά 0,75% πραγματοποιήθηκε με συναλλαγές σχεδόν 259 εκατ. ευρώ, χωρίς εικόνα πανικού. Αυτό παραπέμπει περισσότερο σε οργανωμένη κατοχύρωση κερδών παρά σε άτακτη έξοδο κεφαλαίων.

Ο Σεπτέμβριος διαθέτει, πάντως, και έναν σημαντικό εγχώριο καταλύτη. Στις 21 Σεπτεμβρίου τίθεται σε εφαρμογή η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές του FTSE Russell. Περίπου 40 ελληνικές μετοχές θα ενταχθούν στους σχετικούς δείκτες, ανοίγοντας σταδιακά την πόρτα σε μεγαλύτερα διεθνή χαρτοφυλάκια. Οι εκτιμήσεις για τις καθαρές παθητικές ροές διαφέρουν σημαντικά, καθώς οι εισροές από τους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών θα αντισταθμιστούν εν μέρει από εκροές λόγω της εξόδου από την κατηγορία των αναδυόμενων.

Το ουσιαστικό όφελος, όμως, δεν περιορίζεται σε μία ημέρα rebalancing. Η αλλαγή κατηγορίας μπορεί να διευρύνει σε βάθος χρόνου τη δεξαμενή ενεργών θεσμικών επενδυτών που έχουν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν στην ελληνική αγορά.

Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με προηγούμενους κύκλους είναι η σαφώς αυξημένη ρευστότητα. Η αγορά κινείται πλέον συχνά με ημερήσιους τζίρους 240-280 εκατ. ευρώ, ενώ σε ημέρες αναδιαρθρώσεων οι συναλλαγές μπορούν να ξεπεράσουν κατά πολύ αυτά τα επίπεδα. Το μεγαλύτερο βάθος μειώνει τον κίνδυνο βίαιων κινήσεων και επιτρέπει σε μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια να προσαρμόζουν θέσεις χωρίς να διαταράσσουν υπερβολικά τις τιμές.

Η ρευστότητα λειτουργεί, όμως, ως αμορτισέρ και όχι ως ασπίδα. Αν το παγκόσμιο κόστος χρήματος συνεχίσει να ανεβαίνει, η Αθήνα δύσκολα θα κινηθεί αντίθετα από τη διεθνή τάση.

Ο Σεπτέμβριος βρίσκει επομένως το Χρηματιστήριο Αθηνών με ισχυρά θεμελιώδη, αυξημένη εμπορευσιμότητα και έναν θεσμικό καταλύτη στις 21 του μήνα, αλλά και με σημαντικά κέρδη ήδη καταγεγραμμένα και ένα σαφώς δυσκολότερο διεθνές περιβάλλον.

Το βασικό ρίσκο δεν προέρχεται από την ελληνική οικονομία, αλλά από την παγκόσμια τιμή του χρήματος. Και αυτό καθιστά τον μήνα περισσότερο περίοδο επιλεκτικών κινήσεων και διαχείρισης κινδύνου παρά γενικευμένων τοποθετήσεων.

Διαβάστε ακόμη: