Σε πιο ώριµα και χαµηλότερου επενδυτικού ρίσκου οικόπεδα στρέφουν πλέον την προσοχή τους οι αµερικανικές πετρελαϊκές πολυεθνικές, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου επανασχεδιασµού του παγκόσµιου χαρτοφυλακίου τους. Η νέα στρατηγική υπαγορεύεται τόσο από το άνοιγµα νέων αγορών υπό την προεδρία Τραµπ όσο και από την ανάγκη ταχύτερης ανάπτυξης νέων κοιτασµάτων µε µεγαλύτερες πιθανότητες εµπορικής επιτυχίας.
Η µετατόπιση αυτή δεν θα µπορούσε να µην επηρεάσει και την Ελλάδα, όπου έχουν ήδη ισχυρή παρουσία οι δύο αµερικανικοί κολοσσοί Exxonmobil και Chevron μετά την είσοδο της Exxonmobil στο «Block 2» του Ιονίου, που ανακοινώθηκε στις αρχές Νοεµβρίου του 2025, η Chevron διευρύνει τώρα τη δική της παρουσία στην ίδια περιοχή, εξέλιξη που αναδεικνύει την αναβαθµισµένη θέση του Ιονίου στα «µάτια» των διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών έναντι της Κρήτης, η οποία είχε αρχικά συγκεντρώσει το ισχυρότερο ενδιαφέρον τους.
Η δεύτερη µεγαλύτερη αµερικανική πετρελαϊκή εταιρεία, η οποία πριν από τρεις µήνες ανέλαβε τέσσερις παραχωρήσεις νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, αποφάσισε να εισέλθει και στο «Block 10» ανοιχτά του Κυπαρισσιακού Κόλπου. Η Chevron εξαγοράζει το 70% των δικαιωµάτων παραχώρησης από τη HELLENIQ ENERGY, η οποία µέχρι σήµερα κατείχε το 100%.
Το σχετικό αίτηµα, όπως ανακοίνωσε χθες το ΥΠΕΝ, υποβλήθηκε επισήµως από τις δύο εταιρείες, µαζί µε αίτηµα προς την ΕΔΕΥΕΠ για τη µεταβίβαση του ρόλου του operator από τη HELLENIQ ENERGY στη Chevron. Το «Block 10», συνολικής έκτασης 2.400 τετραγωνικών χιλιοµέτρων, γειτνιάζει στο νότιο τµήµα του µε το οικόπεδο «Α2» και, σε συνδυασµό µε τις υπόλοιπες παραχωρήσεις νότια της Πελοποννήσου δηµιουργεί µία ενιαία υπό εξερεύνηση ζώνη περίπου 14.200 τετραγωνικών χιλιοµέτρων.
Πρόκειται για µία από τις πλέον ώριµες, ερευνητικά, περιοχές του ελληνικού χαρτοφυλακίου, καθώς η HELLENIQ ENERGY έχει ήδη ολοκληρώσει δισδιάστατες και τρισδιάστατες σεισµικές έρευνες από το 2023.
Σύµφωνα µε πληροφορίες, η αξιολόγηση των δεδοµένων αυτών αποτέλεσε βασικό λόγο τόσο για το ενδιαφέρον της Chevron στο «Block 10» όσο και για τη διεκδίκηση του οικοπέδου «Α2», που αποτελεί τη νότια γεωλογική του προέκταση. Η από κοινού διεκδίκηση και τελικά παραχώρηση του «Α2», µαζί µε δύο ακόµη περιοχές νότια της Πελοποννήσου και νότια της Κρήτης, στην κοινοπραξία Chevron – HELLENIQ ENERGY (70%-30%) άνοιξε ουσιαστικά τον δρόµο και για την είσοδο της αµερικανικής εταιρείας στο «Block 10», µε τις σχετικές συζητήσεις να έχουν ξεκινήσει εδώ και µήνες.

Η HELLENIQ ENERGY είχε ολοκληρώσει τις δύο πρώτες φάσεις του ερευνητικού προγράµµατος και βρισκόταν ενώπιον της απόφασης για µετάβαση στην τρίτη φάση, η οποία περιλαµβάνει ερευνητική γεώτρηση, αναζητώντας ισχυρό εταίρο για να µοιραστεί το υψηλό κόστος και το επενδυτικό ρίσκο µιας τέτοιας κίνησης. Η είσοδος της Chevron µεταθέτει πλέον την απόφαση για γεώτρηση κατά περίπου 18 µήνες. Οι δύο εταιρείες έχουν ήδη ζητήσει παράταση της δεύτερης ερευνητικής φάσης, ώστε η υπό διαaµόρφωση κοινοπραξία να αξιολογήσει από κοινού τα σεισµικά δεδοµένα της περιοχής, σε συνδυασµό µε εκείνα που θα προκύψουν από τις γειτονικές παραχωρήσεις.
Η εξέλιξη έρχεται σε συνέχεια της σχεδόν ταυτόχρονης αναδιάταξης της Exxonmobil στην Ελλάδα: από τη µία πλευρά η είσοδος στο «Block 2» του Ιονίου και από την άλλη η αποχώρηση από το οικόπεδο «Δυτικά της Κρήτης», έπειτα από δύο συνεχόµενες παρατάσεις της δεύτερης φάσης του ερευνητικού προγράµµατος.
Οι κινήσεις αυτές αποτυπώνουν τη γρήγορη προσαρµογή των διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών στις νέες συνθήκες της αγοράς. Η ανακάλυψη του γιγαντιαίου κοιτάσµατος φυσικού αερίου Zohr στην ΑΟΖ της Αιγύπτου, τον Αύγουστο του 2015, είχε στρέψει το ενδιαφέρον των µεγάλων ενεργειακών οµίλων προς τη νοτιοανατολική Μεσόγειο και στο πλαίσιο αυτό και της Exxonmobil για την Κρήτη. Σήµερα, ωστόσο, το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί επιλέγουν πλέον έργα µε χαµηλότερο τεχνολογικό και οικονοµικό ρίσκο.
Η Exxonmobil ολοκλήρωσε µόνο δισδιάστατες σεισµικές έρευνες στο οικόπεδο «Δυτικά της Κρήτης» και, σύµφωνα µε παράγοντες της αγοράς, έκρινε ότι τα γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής συνεπάγονται πολύ υψηλό ρίσκο, µε πιθανότητες επιτυχίας γεώτρησης µόλις 2%. Ετσι, αποφάσισε να µη δεσµεύσει κεφάλαια για µια υψηλού ρίσκου επένδυση και να επενδύσει στο Ιόνιο, σε περιοχή που αποτελεί προέκταση µιας γεωλογικής λεκάνης µε παρόµοια χαρακτηριστικά, όπου λειτουργεί ήδη παραγωγικό κοίτασµα (Αλβανία) και µε πιθανότητες επιτυχούς γεώτρησης που υπολογίζονται στο 15-16%.