Σημαντικές επιφυλάξεις για το σχέδιο του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να επενδύσουν αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια για την ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας εξέφρασαν κορυφαία στελέχη του κλάδου. Τον πιο ξεκάθαρο τόνο έδωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Exxon Mobil, Ντάρεν Γουντς, χαρακτηρίζοντας τη χώρα «μη επενδύσιμη» υπό τις παρούσες συνθήκες.

Ο Τραμπ συγκάλεσε περίπου 20 επικεφαλής της πετρελαϊκής βιομηχανίας στην Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι μια συμφωνία για επανεκκίνηση των δραστηριοτήτων στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να επιτευχθεί «σήμερα ή πολύ σύντομα», μετά τη θεαματική σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.

«Αν δεν θέλετε να μπείτε, πείτε το μου, γιατί έχω άλλους 25 που είναι πρόθυμοι να πάρουν τη θέση σας», είπε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος.

Η Exxon τραβά χειρόφρενο

Παρά το θετικό κλίμα που επιχείρησε να καλλιεργήσει ο Λευκός Οίκος, οι παρεμβάσεις των στελεχών κατέδειξαν ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Ο Ντάρεν Γουντς ήταν σαφής:

«Με τα σημερινά νομικά και θεσμικά πλαίσια, η Βενεζουέλα δεν είναι επενδύσιμη χώρα».

Ο επικεφαλής της Exxon υπενθύμισε ότι περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας κατασχέθηκαν δύο φορές στο παρελθόν από την κυβέρνηση στο Καράκας, θέτοντας ευθέως ζητήματα:

  • ασφάλειας επενδύσεων,
  • χρηματοοικονομικών εγγυήσεων,
  • σταθερότητας νομικού και εμπορικού πλαισίου,
  • δυνατότητας εκτίμησης αποδόσεων σε βάθος δεκαετιών.

Παρότι άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αποστολής ομάδας στο έδαφος, ξεκαθάρισε ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με σαφείς εγγυήσεις από τη νέα κυβέρνηση της Βενεζουέλας.

Επιφυλακτικοί ακόμη και οι σύμμαχοι του Τραμπ

Ακόμη και ο Χάρολντ Χαμ, ιδρυτής της Continental Resources και διαχρονικός υποστηρικτής του Τραμπ, απέφυγε να δεσμευθεί, περιοριζόμενος να δηλώσει ότι η Βενεζουέλα «τον συναρπάζει ως εξερευνητή».

Αντίθετα, ο Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος, δηλώνοντας ότι «κατά κάποιον τρόπο διαμορφώσαμε μια συμφωνία» και ότι οι επενδύσεις μπορεί να φτάσουν «εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια». Ωστόσο, συγκεκριμένες δεσμεύσεις δεν ανακοινώθηκαν.

Chevron και Repsol: οι μόνες απτές κινήσεις

Όταν ζητήθηκαν συγκεκριμένα παραδείγματα, ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ παρέπεμψε στη Chevron, τη μοναδική μεγάλη αμερικανική εταιρεία που δραστηριοποιείται ακόμη στη Βενεζουέλα. Ο αντιπρόεδρός της, Μαρκ Νέλσον, ανέφερε ότι η παραγωγή μπορεί να αυξηθεί κατά περίπου 50% σε 18–24 μήνες, από τα σημερινά 240.000 βαρέλια ημερησίως.

Πιο θετικός εμφανίστηκε και ο διευθύνων σύμβουλος της Repsol, Χοσού Χον Ιμάθ, δηλώνοντας ότι η εταιρεία είναι έτοιμη να επενδύσει «ήδη από σήμερα», υπό την προϋπόθεση ύπαρξης σταθερού εμπορικού και νομικού πλαισίου.

Τεράστια αποθέματα, τεράστια προβλήματα

Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, όμως η παραγωγή της έχει καταρρεύσει κάτω από το 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έπειτα από:

  • δεκαετίες υποεπένδυσης,
  • φθοράς υποδομών,
  • αποχώρησης ξένων εταιρειών,
  • περιβαλλοντικών ζημιών.

Η αποκατάσταση γεωτρήσεων, αγωγών και εγκαταστάσεων θα απαιτήσει χρόνια και δεκάδες δισ. δολάρια, ακόμη και για μια μέτρια αύξηση της παραγωγής — πόσο μάλλον για την επιστροφή στο ιστορικό υψηλό των σχεδόν 4 εκατ. βαρελιών ημερησίως της δεκαετίας του 1970.

Παρά την πολιτική ώθηση του Τραμπ, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί βλέπουν στη Βενεζουέλα περισσότερο ρίσκο παρά ευκαιρία. Και μέχρι να υπάρξουν στέρεες εγγυήσεις, τα 100 δισ. δολάρια παραμένουν — προς το παρόν — στα χαρτιά.

Διαβάστε ακόμη: