Αμετάβλητο διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος για το 2027 το πρόσθετο κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας που επιβάλλεται στις τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας, χωρίς να προκύπτει νέα επιβάρυνση από τη συγκεκριμένη απαίτηση. Την ίδια στιγμή, οι μικρότερες τράπεζες δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία των λοιπών συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (Other Systemically Important Institutions – O-SII) και, ως εκ τούτου, δεν υποχρεούνται να διατηρούν το συγκεκριμένο πρόσθετο απόθεμα βάσει αυτής της κατάταξης.
Ειδικότερα, η Τράπεζα της Ελλάδος προσδιόρισε ως O-SII για το 2026 την Alpha Bank, την Εθνική Τράπεζα, την Τράπεζα Πειραιώς και τη Eurobank, σε ατομική και ενοποιημένη βάση, ανάλογα με την περίπτωση. Για το 2027, το απόθεμα ασφαλείας παραμένει στο 1% για την Alpha Bank, την Εθνική και την Πειραιώς, καθώς και για τη Eurobank σε ατομική βάση. Για τη Eurobank σε ενοποιημένη βάση διατηρείται στο 1,25%. Τα ποσοστά τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Η διατήρηση των ποσοστών σημαίνει ότι οι τέσσερις τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν νέα αύξηση της συγκεκριμένης κεφαλαιακής απαίτησης. Παράλληλα, η απόφαση αναδεικνύει τη διαφορά μεταξύ των συστημικών τραπεζών και των μικρότερων πιστωτικών ιδρυμάτων, για τα οποία δεν ενεργοποιείται το συγκεκριμένο πρόσθετο κεφαλαιακό περιθώριο.
Γιατί οι μικρότερες τράπεζες δεν επιβαρύνονται
Η κατάταξη μιας τράπεζας ως συστημικά σημαντικής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την κερδοφορία της ή από τον ρυθμό ανάπτυξής της. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί τη συνολική σημασία κάθε ιδρύματος για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία, εξετάζοντας το μέγεθός του, τη δραστηριότητά του στις πληρωμές, τις καταθέσεις και τα δάνεια, τη διασυνοριακή του παρουσία και τον βαθμό διασύνδεσής του με άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Με βάση αυτούς τους δείκτες υπολογίζεται βαθμολογία συστημικής σημασίας. Το όριο που εφαρμόζεται στην Ελλάδα είναι οι 350 μονάδες βάσης, με τα ιδρύματα που το υπερβαίνουν να χαρακτηρίζονται O-SII. Η αξιολόγηση επαναλαμβάνεται σε ετήσια βάση, ώστε να εξετάζεται αν συντρέχει λόγος επιβολής του συγκεκριμένου αποθέματος ασφαλείας.
Μικρότερες τράπεζες
Το γεγονός ότι οι μικρότερες τράπεζες δεν εντάσσονται στην κατηγορία O-SII δεν σημαίνει ότι απαλλάσσονται από τις κεφαλαιακές υποχρεώσεις τους ή ότι υπόκεινται σε χαλαρότερο πλαίσιο εποπτείας. Εξακολουθούν να οφείλουν να τηρούν τις γενικές απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, ενώ ενδέχεται να ισχύουν γι’ αυτές άλλες πρόσθετες απαιτήσεις, ανάλογα με το προφίλ κινδύνου και τις εποπτικές αποφάσεις που τις αφορούν.
Τι είναι το πρόσθετο κεφαλαιακό απόθεμα
Το απόθεμα O-SII αποτελεί εργαλείο μακροπροληπτικής πολιτικής και αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών που θεωρούνται κρίσιμες για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η λογική είναι ότι μια σοβαρή δυσλειτουργία σε ένα μεγάλο και διασυνδεδεμένο ίδρυμα μπορεί να μεταδοθεί στην υπόλοιπη αγορά, επηρεάζοντας τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.
Για τον λόγο αυτό, οι συστημικά σημαντικές τράπεζες καλούνται να διατηρούν επιπλέον κεφάλαια υψηλής ποιότητας, και συγκεκριμένα κεφάλαια κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1). Το ποσοστό υπολογίζεται επί των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και όχι επί του συνολικού ενεργητικού.
Για παράδειγμα, σε υποθετική τράπεζα με σταθμισμένα ανοίγματα 50 δισ. ευρώ, απόθεμα 1% αντιστοιχεί σε 500 εκατ. ευρώ κεφαλαίου για τη συγκεκριμένη απαίτηση, ενώ απόθεμα 1,25% αντιστοιχεί σε 625 εκατ. ευρώ. Το κεφάλαιο αυτό δεν τηρείται σε ξεχωριστό λογαριασμό, αλλά αποτελεί μέρος των κεφαλαίων που πρέπει να διαθέτει η τράπεζα για να απορροφά ενδεχόμενες ζημιές.
Η απόφαση για το 2027, επομένως, δεν αλλάζει τις απαιτήσεις O-SII των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Για τις μικρότερες, η μη ένταξη στην κατηγορία αυτή σημαίνει ότι δεν επιβάλλεται το συγκεκριμένο πρόσθετο απόθεμα, χωρίς αυτό να αναιρεί τις υπόλοιπες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ισχύουν για το σύνολο του τραπεζικού κλάδου.