Δύο Τούρκοι πρόσφυγες, ο Εμπουμπεκίρ και η Γκόνζα, διηγούνται τι βίωσαν λόγω των διώξεων του καθεστώτος Ερντογάν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.

Μετά από τρία χρόνια κυνηγητού, βρήκαν καταφύγιο στην Ελλάδα, αλλά οι αναμνήσεις και οι απώλειες τους βαραίνουν.

Ο Αχμέτ, πρώην γιατρός, ζει σε μυστική τοποθεσία και προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα του ζωή. Αν και απολαμβάνει την ελευθερία του, η επιθυμία του να ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία τον καθοδηγεί, καθώς η τουρκική κοινότητα που διώκεται αρχίζει να μοιράζεται τις ιστορίες της.

Το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, η Τουρκία βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις της σύγχρονης ιστορίας της.

Η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέδωσε την ευθύνη για την απόπειρα ανατροπής στον ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν και στο δίκτυο των υποστηρικτών του. Στη συνέχεια κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ξεκίνησε ένα εκτεταμένο κύμα συλλήψεων, απολύσεων και δικαστικών διώξεων, το οποίο επηρέασε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.

Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί από διεθνείς οργανισμούς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περισσότεροι από 100.000 δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν ή τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ενώ δεκάδες χιλιάδες άτομα συνελήφθησαν με την κατηγορία της συμμετοχής ή της υποστήριξης της οργάνωσης που η τουρκική κυβέρνηση χαρακτηρίζει τρομοκρατική.

Μεταξύ των διωχθέντων βρέθηκαν εκπαιδευτικοί, δικαστές, εισαγγελείς, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, πανεπιστημιακοί και δημόσιοι λειτουργοί.

Παράλληλα, η καταστολή επεκτάθηκε και στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Πολλοί δημοσιογράφοι συνελήφθησαν ή καταδικάστηκαν, ενώ εφημερίδες, τηλεοπτικοί σταθμοί και ειδησεογραφικές ιστοσελίδες έκλεισαν με κυβερνητικές αποφάσεις.

Οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία και η Human Rights Watch έχουν εκφράσει επανειλημμένα ανησυχίες για περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη δίκαιη διεξαγωγή των δικών.

Πολλοί από όσους έχασαν τη δουλειά τους αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες στην καθημερινότητά τους, καθώς αποκλείστηκαν από τον δημόσιο τομέα, δυσκολεύτηκαν να βρουν νέα εργασία ή είδαν τα διαβατήριά τους να ακυρώνονται, περιορίζοντας τη δυνατότητα να ταξιδέψουν ή να εγκατασταθούν στο εξωτερικό.

Ωστόσο, η τουρκική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα μέτρα αυτά ήταν απαραίτητα για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και την αντιμετώπιση όσων συμμετείχαν ή υποστήριξαν την απόπειρα πραξικοπήματος.

Η περίοδος μετά το 2016 εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης διεθνούς συζήτησης.

Ενώ η κυβέρνηση θεωρεί τις ενέργειές της αναγκαίες για τη διασφάλιση της σταθερότητας, πολλοί διεθνείς φορείς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι τα μέτρα οδήγησαν σε εκτεταμένες παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και επηρέασαν βαθιά την τουρκική κοινωνία.

Διαβάστε ακόμη: