Το Βερολίνο πιέζει την κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία, να δώσει περισσότερα κονδύλια στην άμυνα ώστε να καταστεί ρεαλιστικός ο στόχος της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Σε μια περίοδο που η διατλαντική σχέση δοκιμάζεται και η αξιοπιστία της αμερικανικής δέσμευσης για την άμυνα της Ευρώπης τίθεται υπό αμφισβήτηση, το Βερολίνο ζητά από τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν να μετατρέψει σε απτά δημοσιονομικά μέτρα τη ρητορική περί «ευρωπαϊκής κυριαρχίας».
«Όποιος μιλά για κυριαρχία, πρέπει να πράττει»
Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ σε συνέντευξή του στο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο Deutschlandfunk, σημείωσε ότι η Γαλλία δεν έχει προχωρήσει επαρκώς προς την κατεύθυνση της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών, παρά τις διακηρύξεις της για ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας. «Όποιος μιλά για ευρωπαϊκή κυριαρχία, πρέπει να ενεργεί αναλόγως και στη χώρα του», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια συγκυρία αυξημένης ανησυχίας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για το κατά πόσον οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ θα τηρούσαν χωρίς επιφυλάξεις τη δέσμευσή τους για υπεράσπιση των συμμάχων στο NATO σε περίπτωση επίθεσης.
Παρότι τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας συμφώνησαν στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, ο Βάντεφουλ υποστήριξε ότι η πρόοδος παραμένει ανεπαρκής, της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης.
Το γερμανικό παράδειγμα και οι δημοσιονομικές πιέσεις στη Γαλλία
Η Γερμανία έχει ήδη προχωρήσει σε δραστικά μέτρα εξαιρώντας μεγάλο μέρος των αμυντικών δαπανών από το συνταγματικό «φρένο χρέους» και δεσμεύοντας πάνω από 500 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2029. Αντίθετα, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις για τον προϋπολογισμό, ενώ καταγράφει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην ΕΕ.
Η κριτική του Βερολίνου αναδεικνύει τις τριβές στον παραδοσιακό γαλλογερμανικό άξονα, που θεωρείται διαχρονικά η κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι δύο πλευρές διαφωνούν τόσο για την έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους όσο και για μεγάλα αμυντικά και εμπορικά σχέδια, όπως το μελλοντικό ευρωπαϊκό μαχητικό αεροσκάφος και η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ – Mercosur.
Πυρηνική ομπρέλα και εσωτερικές διαφωνίες
Στο περιθώριο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε για την απειλή που συνιστά η Ρωσία και κάλεσε σε ανανέωση της διατλαντικής εμπιστοσύνης. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι είχε αρχικές συνομιλίες με τον Μακρόν για το ενδεχόμενο συμμετοχής της Γερμανίας στη γαλλική πυρηνική «ομπρέλα».
Το ζήτημα αυτό, ωστόσο, άνοιξε εσωτερικό διάλογο στη γερμανική κυβέρνηση. Ο Σοσιαλδημοκράτης αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ξεκαθάρισε ότι το Βερολίνο δεν εξετάζει την απόκτηση δικών του πυρηνικών όπλων και παραμένει προσηλωμένο στο πυρηνικό αποτρεπτικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Άλλοι, όπως ο χριστιανοδημοκράτης Άρμιν Λάσετ, προειδοποίησαν ότι η συζήτηση περί ευρωπαϊκής εναλλακτικής θα μπορούσε να εκληφθεί από την Ουάσιγκτον ως αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς την αμερικανική προστασία.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της επιτροπής Άμυνας της Μπούντεσταγκ, Τόμας Ρέβεκαμπ, έκανε λόγο για ανάγκη ενίσχυσης του «ευρωπαϊκού συμπληρώματος» εντός του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως να υποκατασταθεί η αμερικανική πυρηνική εγγύηση.
Μήνυμα επανεξοπλισμού προς τις κοινωνίες
Το κλίμα επιβάρυνε περαιτέρω κοινό άρθρο ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων της Βρετανίας και της Γερμανίας, που κάλεσαν τους πολίτες να αποδεχθούν το «ηθικό» επιχείρημα υπέρ του επανεξοπλισμού και να προετοιμαστούν για τον κίνδυνο πολέμου με τη Ρωσία.
Η δημόσια αυτή συζήτηση καταδεικνύει ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε καμπή: από τη μία πλευρά επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και, από την άλλη, δεν επιθυμεί να διαρρήξει τον πυρήνα της διατλαντικής συμμαχίας. Στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης βρίσκεται πλέον η Γαλλία και το ερώτημα κατά πόσο θα ανταποκριθεί στις γερμανικές πιέσεις αυξάνοντας ουσιαστικά τις αμυντικές της δαπάνες.