Η εικόνα ενός ΠΑΣΟΚ σε διαρκή κινητικότητα το τελευταίο διάστημα δεν είναι προϊόν κάποιας πολιτικής αναγέννησης, αλλά καθαρά ζήτημα επιβίωσης. Στη Χαριλάου Τρικούπη γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι επόμενοι μήνες θα κρίνουν αν το κόμμα θα παραμείνει παίκτης ή θα περιθωριοποιηθεί οριστικά στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Γι’ αυτό και επιστρατεύουν μια τακτική συνεχών παρεμβάσεων, θεσμικών κινήσεων και επιθετικών συγκρούσεων με την κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι «υπάρχουν».

Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, η εκλογική μάχη απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι απλώς κρίσιμη – είναι υπαρξιακή. Στην πράξη, καλείται να δώσει δύο μάχες ταυτόχρονα, με τον ίδιο να γνωρίζει πως από το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί μόνο το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ, αλλά και η ίδια του η πολιτική επιβίωση. Οι διαβεβαιώσεις που δίνει στο εσωτερικό του κόμματος μοιάζουν περισσότερο με προσπάθεια συσπείρωσης ενός μηχανισμού που καταλαβαίνει ότι παίζει τα ρέστα του.

Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ δεν προκύπτουν από κάποια συγκροτημένη στρατηγική, αλλά από την ανάγκη να παραμείνει στην επικαιρότητα. Η πρόταση για εξεταστική επιτροπή για τις υποκλοπές είναι χαρακτηριστική: μια υπόθεση που αξιοποιείται στο έπακρο, τόσο για να πλήξει την κυβέρνηση όσο και για να υπενθυμίσει ότι ο ίδιος ο αρχηγός του κόμματος υπήρξε στόχος. Πίσω όμως από τη θεσμική ρητορική, ο στόχος είναι ξεκάθαρος – να διαφοροποιηθεί το ΠΑΣΟΚ από τη Νέα Δημοκρατία σε μια περίοδο που η κυβερνητική φθορά δεν μεταφράζεται σε δικά του κέρδη. Ακόμη και στις δημοσκοπήσεις, η όποια άνοδος είναι οριακή, σύμφωνα και με τη χθεσινή δημοσκόπηση της Opinion μόλις 1,2% σχεδόν ανεπαίσθητη, απλώς αρκετή για να συντηρείται η εικόνα ενός κόμματος που παλεύει να κρατηθεί στη δεύτερη θέση.

Την ίδια ώρα, στη Χαριλάου Τρικούπη υποβαθμίζουν συνειδητά τις προοπτικές του Αλέξη Τσίπρα. Εκτιμούν ότι δεν θα καταφέρει να σπάσει το φράγμα του 10%, τοποθετώντας το «ταβάνι» του κοντά στο 9,5%. Πρόκειται περισσότερο για ευσεβείς πόθους παρά για βεβαιότητες, καθώς η πραγματικότητα είναι ότι οι δεξαμενές ψηφοφόρων παραμένουν ρευστές και απρόβλεπτες. Στα σενάρια τους εντάσσουν ακόμη και πιθανές διασπάσεις, ποντάροντας σε εσωτερικές αντιθέσεις και πρόσωπα όπως ο Παύλος Πολάκης, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν την επιρροή Τσίπρα πριν καν αποτυπωθεί στην κάλπη.

Η επιλογή για προανακριτική επιτροπή κατά πρώην κυβερνητικών στελεχών ανεβάζει μεν τους τόνους, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει μια στρατηγική έντασης χωρίς εγγυήσεις επιτυχίας. Το ΠΑΣΟΚ επιλέγει τη μετωπική σύγκρουση, προσωποποιεί τις επιθέσεις του και ανεβάζει τον πήχη, αναλαμβάνοντας όμως και το ρίσκο να εκτεθεί αν δεν μπορέσει να τεκμηριώσει επαρκώς τις κατηγορίες του.

Στο πεδίο της καθημερινότητας, η αντιπαράθεση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δείχνει την αγωνία επανασύνδεσης με κοινωνικές ομάδες που έχει χάσει, όπως οι αγρότες. Οι καταγγελίες για κακοδιαχείριση εντάσσονται σε μια γνώριμη τακτική ανάδειξης «σκιών», χωρίς όμως να είναι σαφές αν αρκούν για να ανακτηθεί χαμένο έδαφος. Την ίδια στιγμή, προτάσεις όπως η τετραήμερη εργασία επιχειρούν να δώσουν έναν προοδευτικό μανδύα, αλλά παραμένουν περισσότερο συνθήματα παρά ολοκληρωμένες πολιτικές.

Η έλλειψη συγκεκριμένου σχεδίου και κοινωνικών συμμαχιών αποκαλύπτει τις αντιφάσεις ενός κόμματος που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο παλιό και το νέο, χωρίς να πείθει απόλυτα για κανένα από τα δύο. Στην ουσία, το ΠΑΣΟΚ κινείται υπό ασφυκτική πίεση από δύο πλευρές: από τον Αλέξη Τσίπρα που επιχειρεί να επανέλθει δυναμικά στον χώρο και από νέα πρόσωπα που εκφράζουν πιο αντισυστημικές διαθέσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έντονη δραστηριότητα του κόμματος δεν είναι ένδειξη ισχύος, αλλά σύμπτωμα ανασφάλειας. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ασκήσει δυναμική αντιπολίτευση, αλλά αν μπορεί να πείσει ότι έχει λόγο ύπαρξης.

Διαβάστε ακόμη: