Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται στον τέταρτο χρόνο του, η αυστριακή Raiffeisen Bank International βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μοναδικό στρατηγικό παράδοξο: παραμένει ο μεγαλύτερος ξένος τραπεζικός όμιλος που εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στη Ρωσία, χωρίς όμως να μπορεί — πρακτικά ή πολιτικά — να αποχωρήσει.

Σε αντίθεση με ευρωπαϊκούς και διεθνείς κολοσσούς όπως η Société Générale και η HSBC, που έκλεισαν ή πούλησαν τις ρωσικές δραστηριότητές τους μετά την εισβολή του 2022, η Raiffeisen παρέμεινε. Το αποτέλεσμα ήταν ειρωνικό αλλά αποκαλυπτικό: η ρωσική μονάδα μετατράπηκε σε μηχανή κερδών, συσσωρεύοντας δισεκατομμύρια ευρώ τα οποία όμως δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Κέρδη χωρίς πρόσβαση

Τα κεφάλαια που παράγονται στη Ρωσία παραμένουν ουσιαστικά «παγωμένα». Οι περιορισμοί κεφαλαίων και οι πολιτικές αποφάσεις της Μόσχας καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη τη μεταφορά τους στο εξωτερικό, ενώ κάθε πιθανή πώληση της θυγατρικής προσκρούει στους όρους που επιβάλλει το Κρεμλίνο: αποτίμηση περίπου στο μισό της πραγματικής αξίας και επιπλέον φόρο εξόδου που φτάνει το 35%.

Ο διευθύνων σύμβουλος Γιόχαν Στρομπλ παραδέχεται ότι η τράπεζα αναζητά αγοραστή από την πρώτη στιγμή της κρίσης. «Από την αρχή προσπαθήσαμε να βρούμε λύση. Δεν συνέβη», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Από στρατηγική επέκταση σε γεωπολιτική παγίδα

Η παρουσία της Raiffeisen στη Ρωσία δεν είναι πρόσφατη. Ο όμιλος εισήλθε στην αγορά ήδη από το 1996, αμέσως μετά την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ, επενδύοντας στρατηγικά στην Ανατολική Ευρώπη. Για δεκαετίες η περιοχή αποτέλεσε βασικό πυλώνα ανάπτυξης.

Σήμερα όμως η ίδια αυτή στρατηγική έχει μετατραπεί σε γεωπολιτική παγίδα.

Η τράπεζα βρέθηκε σε μια πρωτοφανή θέση: είναι ταυτόχρονα σημαντικός δανειστής και στην Ουκρανία, όπου διατηρεί ενεργή παρουσία, εκκένωσε οικογένειες εργαζομένων και λειτούργησε ακόμη και από καταφύγια κατά τη διάρκεια αεροπορικών επιδρομών.

Η διπλή αυτή παρουσία εντείνει τις πιέσεις, τόσο ηθικές όσο και πολιτικές.

Μια «τράπεζα» που σχεδόν δεν δανείζει

Η λειτουργία της ρωσικής μονάδας έχει αλλάξει ριζικά:

  • νέες χορηγήσεις έχουν σχεδόν μηδενιστεί,
  • διεθνείς πληρωμές περιορίζονται σε λίγους μεγάλους πελάτες,
  • δεν προσφέρονται τόκοι καταθέσεων,
  • η δραστηριότητα περιορίζεται κυρίως στη διαχείριση υφιστάμενων κεφαλαίων.

Παρά ταύτα, Ρώσοι πελάτες διατηρούν καταθέσεις άνω των 10 δισ. ευρώ. Τα χρήματα αυτά τοποθετούνται στην κεντρική τράπεζα της Ρωσίας με διψήφια επιτόκια, δημιουργώντας αποθεματικά περίπου 5 δισ. ευρώ.

Το ερώτημα που θέτει ο ίδιος ο Στρομπλ είναι ενδεικτικό της κατάστασης: «Αν δεν έχεις δώσει νέο δάνειο για τρία χρόνια, παραμένεις πραγματικά τράπεζα;».

Πίεση από ακτιβιστές και ευρωπαϊκές αρχές

Η παραμονή στη ρωσική αγορά έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Οργανώσεις υπέρ της Ουκρανίας κατηγορούν την τράπεζα ότι, έστω έμμεσα, συμβάλλει στη χρηματοδότηση της ρωσικής οικονομίας μέσω φόρων και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.

Η Raiffeisen απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει παραβιάσει κυρώσεις. Ωστόσο, η πολιτική πίεση αυξάνεται, καθώς η παρουσία δυτικών τραπεζών στη Ρωσία θεωρείται πλέον ζήτημα στρατηγικής αξιοπιστίας της Ευρώπης.

Η αποχώρηση που χρειάζεται… τέσσερις εγκρίσεις και τον Πούτιν

Η δυσκολία εξόδου δεν είναι μόνο οικονομική. Για να ολοκληρωθεί πιθανή πώληση απαιτούνται εγκρίσεις από:

  • αυστριακές αρχές,
  • ρωσικές ρυθμιστικές υπηρεσίες,
  • αμερικανικούς φορείς,
  • ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές,
  • και τελικά πολιτική έγκριση από τη Μόσχα.

«Αν λείψει μία έγκριση, δεν θα γίνει», παραδέχεται ο CEO.

Αλλαγή ηγεσίας και αβέβαιο μέλλον

Ο Στρομπλ αποχωρεί την 1η Ιουλίου, χωρίς να διεκδικήσει νέα θητεία. Τη διοίκηση αναλαμβάνει ο Μίχαελ Χέλερερ, ο οποίος ήδη περιγράφει τη διαδικασία εξόδου ως «πορεία με εμπόδια, όχι σπριντ».

Την ίδια στιγμή, ο όμιλος αντιμετωπίζει και άλλες προκλήσεις, όπως δικαστικές υποθέσεις στην Πολωνία για δάνεια σε ξένο νόμισμα που έχουν κοστίσει πάνω από 1 δισ. ευρώ.

Το μεγάλο γεωπολιτικό ερώτημα

Η τελική λύση φαίνεται να εξαρτάται λιγότερο από τραπεζικές αποφάσεις και περισσότερο από τη γεωπολιτική εξέλιξη των σχέσεων Ευρώπης–Ρωσίας.

Με το εμπόριο ΕΕ–Ρωσίας να έχει μειωθεί άνω του 70% και την Ευρωπαϊκή Ένωση να στοχεύει πλήρη ενεργειακή απεξάρτηση έως το 2027, η επιστροφή στην προπολεμική «κανονικότητα» μοιάζει μακρινή.

Όπως σημειώνει η οικονομολόγος Όλγκα Πίντιουκ από τη Βιέννη, μια γρήγορη επαναπροσέγγιση «αντίκειται στα συμφέροντα ασφάλειας της Ευρώπης».

Έτσι, η Raiffeisen παραμένει παγιδευμένη σε ένα σπάνιο χρηματοοικονομικό παράδοξο: μια τράπεζα που συνεχίζει να κερδίζει, αλλά δεν μπορεί να φύγει — ούτε να προχωρήσει.

Διαβάστε ακόμη: