Καλά νέα για τους ταλαιπωρημένους singles: Αν ακόμη περιμένετε τη «σπίθα» μετά από τρία ραντεβού, πιθανότατα δεν πρόκειται να έρθει. Ακόμη κι αν κάποιος έμοιαζε ιδανικός «στα χαρτιά», οι μελέτες δείχνουν ότι το επίπεδο έλξης, ευχαρίστησης και συναισθηματικής σύνδεσης που νιώθετε μέχρι το τρίτο ραντεβού είναι πάνω-κάτω αυτό που θα νιώθετε… για πάντα.

Αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με όσα έχετε εσωτερικεύσει για τις σχέσεις, δεν είστε τρελοί. Η βιομηχανία των γνωριμιών είναι διάσημη για τους κανόνες και τη λαϊκή «σοφία» της – λεπτές προσπάθειες να επιβληθεί τάξη στο πιο δυσεπίλυτο μυστήριο της ζωής: Τι κάνει μια σχέση να «κουμπώνει» ενώ μια άλλη να διαλύεται; Όσοι αναζήτησαν απαντήσεις στην επιστήμη τράβηξαν παγκόσμια προσοχή υποστηρίζοντας ότι το μυστικό της διαρκούς αγάπης βρίσκεται στην ανθρώπινη εξέλιξη. Η εξελικτική ψυχολογία, που κυριάρχησε στον δημόσιο διάλογο τη δεκαετία του 1990 και του 2000, μπλέχτηκε τόσο με την ποπ κουλτούρα ώστε τα πρώιμα ευρήματά της εξακολουθούν να διαμορφώνουν τις σύγχρονες αντιλήψεις για το φύλο και τα ραντεβού.

Στο νέο του βιβλίο, Bonded by Evolution: The New Science of Love and Connection, ο Paul Eastwick, καθηγητής ψυχολογίας στο University of California, Davis, υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της πρώιμης εξελικτικής ψυχολογίας που μετατράπηκε σε κοινότοπη αλήθεια βασίστηκε σε εσφαλμένη μεθοδολογία. Οι περισσότερες μελέτες στηρίχθηκαν σε δεδομένα ερωτηματολογίων, στο τι λένε οι άνθρωποι ότι θέλουν σε αντίθεση με το τι επιλέγουν στην πραγματική ζωή, που είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Αυτή η απόκλιση συνεχίζει να απογοητεύει τους singles μέχρι σήμερα.

Οι σύγχρονοι χρήστες των ραντεβού τείνουν να έχουν ξεκάθαρη ιδέα για το τι αναζητούν ή λένε ότι έχουν έναν «τύπο». Έναν άνδρα στα χρηματοοικονομικά, 1,95 μ., με γαλανά μάτια. Ωστόσο, η έρευνα του Eastwick δείχνει ότι σε τυχαιοποιημένες μελέτες, το με ποιον τελικά «κολλάμε» από κοντά δεν έχει καμία σχέση με τα κριτήρια που νομίζαμε ότι μετρούσαν.

Και παρά την έμφαση που δίνει η σύγχρονη κουλτούρα των ραντεβού στην εμφάνιση, αυτό επίσης μετρά λιγότερο απ’ όσο πιστεύουμε. Μελέτες διά ζώσης δείχνουν διχασμένη συναίνεση: Αν εσείς βρίσκετε κάποιον «κούκλο», μόνο το 65% των άλλων θα συμφωνήσει. Μπορεί εσείς να μη βρίσκετε κάποιον ελκυστικό, αλλά ένα τρίτο των άλλων θα τον βρει.

Η έρευνα του Eastwick διαπίστωσε ότι η αρχική έλξη γρήγορα υποχωρεί μπροστά στη συμβατότητα ως κύριος παράγοντας ρομαντικής επιθυμίας. Όμως η συμβατότητα είναι δύσκολο να μετρηθεί καθώς είναι κάτι ρευστό και εξελισσόμενο. Περιλαμβάνει την έλξη, ναι, αλλά μπορεί και να χτιστεί με τον χρόνο: τη «μυστική γλώσσα» και τους κοινούς ρυθμούς που αναπτύσσουν τα ζευγάρια, οι οποίοι δεν μεταφράζονται στους απ’ έξω και δεν αναπαράγονται. Αν δύο άνθρωποι είναι συμβατοί, η ελκυστικότητα που νιώθουν ο ένας για τον άλλον αυξάνεται, ο εγκέφαλός τους έχει μάλιστα εξελιχθεί ώστε να αγνοεί πιο «καυτές» εναλλακτικές.

Οι εφαρμογές γνωριμιών είναι ιδιαιτέρως ανεπαρκείς στο να λάβουν υπόψη αυτά τα άυλα στοιχεία. Στη σημερινή «αγορά αγάπης», τα apps είναι μακράν ο πιο συνηθισμένος τρόπος να γνωριστούν δύο singles. Όμως δίνουν προτεραιότητα στην προφανή καλή εμφάνιση και συχνά στα έμφυλα στερεότυπα. Στα TinderBumbleHinge και Grindr, οι χρήστες μπορούν να φιλτράρουν χαρακτηριστικά και «κόκκινες γραμμές».

Στα apps αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο για τις γυναίκες, οι οποίες απορρίπτουν το 95% από την πρώτη εντύπωση, γεγονός που τις καθιστά σχεδόν διπλά επιλεκτικές online απ’ ό,τι θα ήταν στην πραγματική ζωή.

Τίποτα από αυτά δεν είναι «φυσικό». Το ανθρώπινο ζευγάρωμα περιλαμβάνει μακρύτερη διαδικασία αξιολόγησης. Οι άνθρωποι εξελίχθηκαν ώστε να βρίσκουν την αγάπη από κοντά, να νιώθουν εκείνη την άρρητη, εκνευριστικά σπάνια «χημεία» όταν συνδέονται. Αυτό ισχύει τόσο για φίλους όσο και για εραστές, κάτι που εξηγεί γιατί πολλές διαρκείς σχέσεις ξεκινούν από φιλίες.

Οι εφαρμογές γνωριμιών υπήρξαν θετικές από πολλές απόψεις. Αυξάνουν την πρόσβαση σε singles εκτός της κοινωνικής σας τάξης και έχουν ενισχύσει την ασφάλεια σε κοινότητες όπου η αναζήτηση αγάπης ήταν ιστορικά πιο επισφαλής. Όμως δημιουργούν επίσης την ψευδαίσθηση άπειρων – και συχνά παραλυτικών – δυνατοτήτων.

«Η ύπαρξη υπερβολικά πολλών επιλογών τείνει να κάνει τους ανθρώπους πιο δυσαρεστημένους με την τελική τους επιλογή» και λιγότερο πρόθυμους να επιλέξουν γενικά, γράφει ο Eastwick. Το κρίσιμο επόμενο βήμα – η εδραίωση της συμβατότητας – συχνά δεν προλαβαίνει να συμβεί.

Η έρευνα του Eastwick έρχεται σε μια ενδιαφέρουσα στιγμή, καθώς όλο και περισσότεροι στρέφονται εναντίον των apps, τα βρίσκουν απογοητευτικά, επιφανειακά και θεμελιωδώς συντριπτικά. Παρότι μόλις το 1% των ετεροφυλόφιλων Αμερικανών δηλώνει ότι οι εφαρμογές είναι ο καλύτερος τρόπος να βρει σύντροφο, γύρω στο 2013 ξεπέρασαν τους κοινούς φίλους ως ο συνηθέστερος τρόπος γνωριμίας ζευγαριών. Το πρόβλημα είναι ότι οι εναλλακτικές δεν είναι σαφείς.

Ο Eastwick καλεί σε επιστροφή στην αξιοποίηση των κοινωνικών δικτύων για πιθανά ραντεβού, αλλά η κυριαρχία των apps έχει διαβρώσει τον ρόλο αυτών των διασυνδέσεων στη «συλλογική εργασία» των συστάσεων. Είναι πιο εύκολο να ρωτήσεις μια single φίλη αν «είναι στα apps» παρά να ζητήσεις από τον συνάδελφο στο λογιστήριο να τον γνωρίσεις με τη συγκάτοικό σου. Από κοινωνική δραστηριότητα, το βάρος των ραντεβού έχει μετατοπιστεί αποκλειστικά στο άτομο – ένας λόγος που οι εφαρμογές μπορούν να χρεώνουν τόσο υψηλές συνδρομές. Είναι επίσης πολύ πιο εύκολο να απορρίψεις επιπόλαια έναν άγνωστο σε app παρά κάποιον που ανήκει στον κοινωνικό σου κύκλο.

Ο Eastwick μας οδηγεί μέχρι το όριο όσων μπορεί να μας πει η έρευνα για την αγάπη και τη συμβατότητα – ή τουλάχιστον για όσα μπορούν να μετρηθούν και να αξιολογηθούν. Εκεί που σταματά η επιστήμη, όμως, αρχίζει η θολή περιοχή που θέλουμε απεγνωσμένα να κατανοήσουμε: Τι κάνει δύο ανθρώπους να νιώσουν εκείνη τη μαγική, απερίγραπτη σπίθα; Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να σε «χτυπάει κατακούτελα», ενώ ένας άλλος σε αφήνει αδιάφορο;

Αυτό το κομμάτι δεν προκύπτει από δεδομένα, αλγορίθμους, αυτοαναφορές ή έξυπνα prompts στο Hinge. Για να δοθεί μια πραγματική ευκαιρία στη συμβατότητα, ο Eastwick παροτρύνει τους singles να ξεπεράσουν τις πρώτες εντυπώσεις – και τα πρώτα ραντεβού – πριν ξανακάνουν swipe.

Διαβάστε ακόμη: