O υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης δήλωσε πως “Η μόνη υποχρέωση της χώρας είναι προς τους πολίτες της, αυτός ο οποίος εισήλθε παράνομα και απορρίφθηκε το άσυλό του, να γυρίσει πίσω”.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου είπε τα παραπάνω κατά τη συζήτηση των άρθρων του νομοσχεδίου που ρυθμίζει τα της νόμιμης μετανάστευσης στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή.
Πλεύρης: Oι Έλληνες δεν επιθυμούν κάποιος να έρχεται παράνομα στη χώρα
«Αν κάποιος φτιάχνει τη ζωή του λέγοντας, ότι ”επειδή στην Ελλάδα υπάρχει μια διάταξη που μου δίνει κάποιες ευκαιρίες, μπαίνω παράνομα στη χώρα για να την εκμεταλλευτώ”, αυτός ανατρέπει τη ζωή των Ελλήνων, γιατί οι Έλληνες δεν επιθυμούν κάποιος να έρχεται παράνομα. Αποδέχονται, ότι κάποιος που έρχεται και τυγχάνει διεθνούς προστασίας, θα τύχει διεθνούς προστασίας με τους όρους που είχε η Συνθήκη της Γενεύης», ανέφερε επίσης.
Ο υπουργός αναφέρθηκε και στις μετακλήσεις. «Η μετανάστευση, προφανώς χρειάζεται σε μία χώρα, όταν έχει εργατικό κενό, άρα η προτεραιότητα του Υπουργείου είναι να καλύπτονται αυτά τα κενά και προφανώς αυτοί που έρχονται εδώ, να έρχονται με νόμιμες διατυπώσεις και να μην τυγχάνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης», σημείωσε.
Αναφερόμενος στις άλλες διατάξεις του σχεδίου νόμου, ο υπουργός είπε ότι εισάγονται απλούστερες διαδικασίες για όσους βρίσκονται νόμιμα στη χώρα, λύνονται πολλά προβλήματα τους με τη διοίκηση, ώστε να παραμείνουν σε καθεστώς νομιμότητας.
Η στάση των κομμάτων
Υπέρ της αρχής του νομοσχεδίου τάσσεται η ΝΔ. Επιφύλαξη, για την τελική τους στάση στην ολομέλεια, δηλώνουν ΠΑΣΟΚ και Ελληνική Λύση. Καταψηφίζουν τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης.
«Το νομοσχέδιο αποτελεί ένα συνεκτικό πλαίσιο για τη νόμιμη μετανάστευση στη χώρα μας που επιχειρεί να απαντήσει ταυτόχρονα στις πραγματικές ανάγκες και της ελληνικής πραγματικότητας, της οικονομίας μας, στις ευρωπαϊκές μας υποχρεώσεις και στην απαίτηση της κοινωνίας να υπάρχουν κανόνες, έλεγχος και ισονομία», είπε ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας Βασίλειος Υψηλάντης. Ο βουλευτής επισήμανε ότι στο νομοσχέδιο αποτυπώνεται ρητά ότι η μεταναστευτική πολιτική της χώρας οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από νόμιμες οδούς εισόδου και διαμονής με παράλληλη πρόληψη και καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης.
«Το μήνυμα αυτό είναι σαφές. Χωρίς τα θεσμοθετημένα και νόμιμα κανάλια, η παρανομία δεν περιορίζεται, αλλά ενισχύεται. Το νομοσχέδιο, λοιπόν, δεν χαλαρώνει τους ελέγχους, αντιθέτως τους οργανώνει», είπε ο κ. Υψηλάντης και επισήμανε ότι με τις τιθέμενες διατάξεις το ελληνικό δίκαιο εναρμονίζεται με την οδηγία 2024/1233 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Απριλίου του 2024 και εισάγεται η ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας, χωρίς να θίγεται το εθνικό δικαίωμα καθορισμού του όγκου εισδοχής των εργαζομένων και αυτό εδώ είναι πολύ κρίσιμο. Περαιτέρω, αυστηροποιούνται οι ποινές, για τη διευκόλυνση της παράνομης εισόδου διαμονής, για την παρεμπόδιση του έργου των αρχών, για τη χρήση παρακράτηση πλαστών ή ξένων ταξιδιωτικών εγγράφων και για την κατάχρηση διοικητικών διαδικασιών. Αναφερόμενος στην πρόβλεψη των επιβαρυντικών περιστάσεων όταν οι πράξεις αυτές τελούνται από μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων που είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ο εισηγητής της ΝΔ υπογράμμισε ότι δεν ποινικοποιείται η δράση των ΜΚΟ, ούτε αμφισβητείται ο διαχρονικός και ουσιαστικός τους ρόλος, «όμως, η θεσμική αναγνώριση και η συνεργασία με το κράτος συνεπάγονται και μια αυξημένη ευθύνη. Δεν μπορεί κανένας θεσμικός μανδύας να λειτουργεί ως ασπίδα έναντι της νομιμότητας».
Βελτιώσεις στο νομοσχέδιο ζήτησε η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ Νάντια Γιαννακοπούλου
Βελτιώσεις στο νομοσχέδιο ζήτησε η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ Νάντια Γιαννακοπούλου, η οποία αναγνώρισε πάντως ότι υπάρχουν και θετικά σημεία. “Ο έλεγχος δεν μπορεί να συμβαίνει στο διηνεκές. Δηλαδή, δεν μπορεί κάποιος όποιος έχει μια ενεργή άδεια διαμονής, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις, τις οποίες θέτει ο νόμος, για την ανανέωσή της να κινδυνεύει με ανάκληση μετά από κάποια χρόνια εργασίας”, είπε η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Η αυστηρή και η οριζόντια ρύθμιση του επιτρεπόμενου χρόνου ανεργίας με έναν άκαμπτο τρόπο υπονομεύει τη λειτουργία των επιχειρήσεων, επισήμανε η κ. Γιαννακοπούλου και πρόσθεσε για τον επιτρεπόμενο χρόνο ανεργίας, πως, εφόσον η αρχική άδεια διαμονής έχει τριετή διάρκεια, είναι λογικό ο επιτρεπόμενος χρόνος ανεργίας να είναι, τουλάχιστον, 9 μήνες. Η βουλευτής σχολίασε και όσα έχει δηλώσει ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου για την εισαγωγή επιβαρυντικής περίστασης σε ΜΚΟ που είναι στο Μητρώο. «Μαζί σας στον αγώνα κατά των διακινητών. Πρέπει να βοηθήσουμε, λοιπόν, προκειμένου να υπάρχει εξάρθρωση των κυκλωμάτων και όχι, να κυνηγάμε απλά όσους αντιπαθούμε.
Για αρχή, ας γίνει κάτι με τα κυκλώματα που σας είπα την τελευταία φορά που σύμφωνα με την έκθεση της ΕΛΑΣ που γνωρίζετε, αξιοποίησαν τα προβλήματα ασφαλείας της ηλεκτρονικής διαδικασίας του Υπουργείου και έφεραν ανθρώπους που δεν είχαν το σχετικό δικαίωμα στη χώρα. Σας το έχω αναφέρει επανειλημμένως αυτό το μείζον πρόβλημα που έχει υπάρξει. Σκάνδαλο. Πρόβλημα και σκάνδαλο μαζί», ανέφερε η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ.
«Δεν αρκεί, μόνο, να λύσουμε θέματα αδειών διαμονής καθυστερήσεων, γραφειοκρατικά, τα οποία, όντως, υπάρχουν και πρέπει να λυθούν. Χρειάζεται να ακούσουμε και τους φορείς, οι οποίοι γνωρίζουν καλά τα ζητήματα και οι προτάσεις τους είναι στοχευμένες, για να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε τις πραγματικές ανάγκες του πεδίου, των κοινοτήτων και των ανθρώπων αυτών, αλλά και της Τοπικής Κοινωνίας», είπε ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Ψυχογιός, ο οποίος έκανε λόγο για έκπτωση σοβαρών εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Αναφερόμενος στην ενσωμάτωση της Οδηγίας, ο κ. Ψυχογιός είπε ότι υπάρχει ένας κορμός ρυθμίσεων που κινείται σε ορθή κατεύθυνση, ότι απλοποιεί τη διαδικασία, θεσμοθετείται ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους-μέλους και ενισχύονται πτυχές ίσης μεταχείρισης. «Όμως, η ενσωμάτωση μιας οδηγίας δεν είναι από μόνη της πολιτική ένταξης και δε μπορεί να λειτουργεί ως «φύλλο συκής» για μια συνολικά αποτρεπτική, στην ουσία, πολιτική στο υπόλοιπο νομοσχέδιο», σημείωσε ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Ψυχογιός έκανε λόγο για «ποινικοποίηση της αλληλεγγύης», και επισήμανε ότι η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες εξέφρασε την ανησυχία της για διατάξεις που επιβάλλουν περιοριστικά μέτρα κατά της Κοινωνίας των Πολιτών, επισημαίνοντας ότι εάν υιοθετηθούν μπορούν να παρεμποδίσουν σοβαρά ανθρωπιστικές δραστηριότητες και βασικές υπηρεσίες σε αιτούντες άσυλο, δικαιούχους προστασίας και ευάλωτες ομάδες.
Νέα Αριστερά: Eίναι πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να τροφοδοτήσει τον αντιμεταναστευτικό και αντιπροσφυγικό πανικό
«Η Μινεάπολη δεν είναι μακριά», είπε ο ειδικός αγορητής της Νέας Αριστεράς Δημήτρης Τζανακόπουλος και πρόσθεσε: «Αυτά που συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και ιδιαίτερα στη Μινεάπολη στο φως της ημέρας, δηλαδή αυτό το κυνήγι, το αδυσώπητο κυνήγι μεταναστών από τη μεριά του παρακρατικού μηχανισμού του Τραμπ, του ICE, αυτά λοιπόν που συμβαίνουν εκεί στο φως της ημέρας, συμβαίνουν στην Ελλάδα στο σκοτάδι. Αυτό σιγά σιγά αλλάζει. Με διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις από τη μεριά της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, αυτά που γίνονταν στο σκοτάδι επί μία επταετία, πλέον βγαίνουν στο φως του ήλιου. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Οδεύουμε σε αντίστοιχες πολιτικές και νομικές καταστάσεις». Ο βουλευτής της Νέας Αριστεράς είπε ότι «είναι πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να τροφοδοτήσει τον αντιμεταναστευτικό και αντιπροσφυγικό πανικό, ώστε να διατηρήσει ερείσματα σε ακραία δεξιά πολιτικά ακροατήρια, τα οποία θεωρεί ότι απομακρύνονται από την πολιτική στέγη της Νέας Δημοκρατίας». Σχολίασε επίσης ότι το νομοσχέδιο εισάγει μόνο το ελάχιστο δυνατό πλαίσιο προστασίας, ώστε να διατηρήσει το καθεστώς επισφάλειας για τους εργαζόμενους μετανάστες οι οποίοι διαρκώς θα νιώθουν την απειλή του διωγμού τους από το κράτος και έτσι θα διατηρούνται και χαμηλά τα μεροκάματα.
«Με τις διατάξεις του νομοσχεδίου διευκολύνεται η εισδοχή, η παραμονή και τα δικαιώματα των πολιτών των τρίτων χωρών και δεν υπάρχει πουθενά καμία πρόβλεψη για τους κινδύνους που μπορούν να αναπτυχθούν στην κοινωνική συνοχή, στην ασφάλεια και στη δημογραφία της χώρας μας», είπε η ειδική αγορήτρια της “Νίκης” Ασπασία Κουρουπάκη, σημειώνοντας ότι “οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι φανταστικοί, αλλά υπαρκτοί, σύμφωνα με τα στοιχεία των ευρωπαϊκών χωρών” και παρόλους τους κινδύνους οι λύσεις που δίνονται, οδηγούν στη διεύρυνση και όχι στον περιορισμό των ροών. Με το νομοσχέδιο, είπε η βουλευτής της “Νίκης”, «η Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα εργαστήριο φτηνού εργατικού δυναμικού, με την εθνική μας ταυτότητα να θυσιάζεται στο βωμό μιας αμφίβολης οικονομικής ανάπτυξης. Αναμορφώνεται η διαδικασία καθορισμού όγκου εισδοχής εργαζομένων και προβλέπεται η γρήγορη κάλυψη μη προβλέψιμων αναγκών, παραδείγματος χάριν, σε βιομηχανίες ή νεοφυείς επιχειρήσεις, παράλληλα με νέες κατηγορίες αδειών διαμονής, όπως για άτομα με υψηλά προσόντα. Όμως, πουθενά δεν αναφέρονται, δεν θεσμοθετούνται αυστηρά κριτήρια ένταξης, ανοίγοντας έτσι ο δρόμος για μαζικές εισροές εργατικού δυναμικού που θα αντικαταστήσει ή θα καταλάβει τις θέσεις εργασίας των γηγενών εργαζομένων».
Την κατάργηση της διάταξης, η οποία προέβλεπε τη χορήγηση άδειας διαμονής σε ενήλικους πολίτες τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που εισήλθαν στην Ελλάδα ως ασυνόδευτοι ανήλικοι και ολοκλήρωσαν επιτυχώς, τουλάχιστον, τρεις τάξεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ελληνικού σχολείου, πριν από τη συμπλήρωση του εικοστού τρίτου έτους τους, κατήγγειλε η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας Ελένη Καραγεωργοπούλου. «Η κατάργησή γίνεται χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς μεταβατική πρόβλεψη, παρότι αφορά νέους ανθρώπους που εντάχθηκαν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, συμμορφώθηκαν πλήρως με τις απαιτήσεις της πολιτείας, βασίστηκαν σε ένα θεσμικό πλαίσιο που το ίδιο το κράτος δημιούργησε. Μιλάμε για εξαιρετικά ευάλωτες ηλικίες και εξαιρετικά ευάλωτους αλλοδαπούς, που έχουν εισέλθει στη χώρα σε πολύ τρυφερή ηλικία, με προβλήματα που αφορούν στη διασύνδεσή τους με τις οικογένειές τους, γιατί ήρθαν χωρίς αυτές, είναι ασυνόδευτοι», είπε η κ. Καραγεωργοπούλου. Η βουλευτής της Πλεύσης Ελευθερίας στάθηκε και στην εισαγωγή της επιβαρυντικής περίστασης για μέλη ΜΚΟ, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο. «Το ζήτημα δεν είναι εάν πρέπει να τιμωρείται η διακίνηση, αυτό είναι αυτονόητο, κανείς δεν το αμφισβητεί. Το ζήτημα είναι εάν είναι θεσμικά ανεκτό να επιβαρύνεται ποινικά και διοικητικά κάποιος όχι λόγω της πράξης, αλλά λόγω μιας, κατά τα άλλα, νόμιμης και θεσμικής ιδιότητας», είπε η κ. Καραγεωργοπούλου.