Το Μέγαρο Μαξίμου, μετά το «μπλόκο» στο διάλογο, δείχνει το τέλος χρόνου και … ανοχής, ειδικά απέναντι σε μια κλιμάκωση των αγροτικών κινητοποιήσεων, που αποτελεί και την κόκκινη γραμμή.
Αυτό αποτυπώθηκε και στις εσωτερικές συσκέψεις, καθώς με βάση και την μεταφορά των διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους των μπλόκων, η κυβέρνηση θα καθιστούσε ξεκάθαρο, ότι η παραβίαση αυτών των ορίων δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί με την μετριοπάθεια που επιδείχθηκε κατά το προηγούμενο διάστημα. Εξού και η προειδοποίηση, ότι «σε περίπτωση κλιμάκωσης μόνες αρμόδιες είναι οι αρχές». Μια προειδοποίηση που εντός της ημέρας θα αλλάξει πίστα, με συγκεκριμένα μηνύματα.
Το παρασκήνιο
Από το μεσημέρι, άλλωστε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, είχε ανανεώσει την παραγγελία του, προς τους κατά τόπους εισαγγελείς Εφετών και Πρωτοδικών της χώρας, ζητώντας την άμεση παρέμβασή τους για αδικήματα όπως παρακώλυση συγκοινωνιών στα αγροτικά μπλόκα επί των εθνικών οδών.
Εκ του αποτελέσματος, επιβεβαιώθηκαν οι εκτιμήσεις των εμπλεκόμενων στις διαβουλεύσεις, για την αξιοπιστία των συνομιλητών στα αγροτικά μπλόκα. Άλλωστε, στον κύκλο των συνομιλιών που προηγήθηκε του ναυαγίου με την «αποκλειστική υπαιτιότητα της μικρής μειοψηφίας», ήταν προφανείς σύμφωνα με αρμόδιο παράγοντα, οι προσπάθειες να μην πραγματοποιηθεί ο διάλογος.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, το ίδιο πρόσωπο,σημείωνε ότι «ανά χρονική ζώνη συζητήσεων, υπαναχωρούσαν από πράγματα που είχαν ήδη συμφωνηθεί». Και μπορεί σε πρώτο χρόνο, απέναντι στη στάση του μπλόκου της Νίκαιας, να τηρείτο στάση αναμονής, ενόψει της τελικής απόφασης του πανελλαδικού συντονιστικού, η κυβερνητική αντίδραση στη συνέχεια όμως, έβγαζε στη σέντρα τη μειοψηφία που « …Χρησιμοποιούσε ως άλλοθι, τα αιτήματα του αγροτικού κόσμου για προσωπικές ή εξωθεσμικές επιδιώξεις».
Τα μπρος-πίσω
Παίρνοντας τη σκυτάλη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης διαμήνυε ότι: «Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δεν λειτουργούν με όρους τελεσιγράφων». Ο κ. Μαρινάκης, βάζοντας σε πρώτο πλάνο, τις κινήσεις καλής θέλησης απέναντι στα μπλόκα, όπως η αποδοχή του αιτήματος για ξεχωριστές συναντήσεις, άφησε σαφείς αιχμές σημειώνοντας ότι: «κάποιος που αρνείται να προσέλθει στον διάλογο, δείχνει πολλά για τις προθέσεις του όλο αυτό το χρονικό διάστημα». Την ίδια ώρα άλλωστε, εντείνονταν τα μηνύματα από το μέτωπο των διαπραγματεύσεων, που τα κυβερνητικά στελέχη, ερμήνευαν ως ξεκάθαρη πρόθεση των αγροτοσυνδικαλιστών να τορπιλίσουν το διάλογο.
Παρόλα αυτά η κυβέρνηση, φέρεται να έκανε ακόμη κίνηση καλής θέλησης, αποδεχόμενη, ο αριθμός των 20 ατόμων που θα μετέβαινε στο Μέγαρο Μαξίμου, να ανέβει στα 25. «Είναι προφανές ότι η ουσία δεν είναι το σχήμα το 20+15, αλλά πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή η αξίωση ο Πρωθυπουργός να συζητήσει με ποινικούς», φέρεται να αναφέρθηκε σε μια από τις συζητήσεις. «Επιθυμούσε να συναντηθούν με τον Πρωθυπουργό και πρόσωπα ελεγχόμενα από τις Αρχές για παράνομες επιδοτήσεις ή παραβατικές συμπεριφορές», ανέφεραν καυστικά, μετά το ναυάγιο κυβερνητικές πηγές.
Το ραντεβού
Σε κάθε περίπτωση, η κυβερνητική προσοχή είναι στραμμένη και στη συνάντηση του Πρωθυπουργού, με εκπροσώπους αγροτών και κτηνοτρόφων, στις 15:00 στο Μέγαρο Μαξίμου. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, θα εφαρμοστούν προς όφελος και των 600.000 αγροτών, κτηνοτρόφων, αλιέων και μελισσοκόμων.