Ούτε οι επικοινωνιακοί μηχανισμοί προπαγάνδας ούτε τα διογκωμένα ποσοστά των δημοσκοπήσεων στάθηκαν ικανά να διασώσουν το πολιτικό οικοδόμημα της Μαρίας Καρυστιανού, το οποίο τα στελέχη που αποχώρησαν χαρακτηρίζουν πλέον ανοιχτά ως «μόρφωμα».

Η πολιτική «φούσκα» φαίνεται να έσκασε με πάταγο, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Η ανησυχία των κυβερνητικών επιτελών εστιάζεται στο γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πολιτών που είχαν επενδύσει τις προσδοκίες τους στην κ. Καρυστιανού, αναμένεται τώρα να ενισχύσει το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά.

Για το επιτελείο του Μαξίμου, ο Αντώνης Σαμαράς δεν αποτελεί έναν απλό πολιτικό παίκτη, αλλά μια ασύμμετρη απειλή. Η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει το πολιτικό εκτόπισμα να οδηγήσει σε μια συνολική ανασύνταξη της συντηρητικής παράταξης, απειλώντας άμεσα τη συνοχή της Νέας Δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση τον έχει αναγάγει στον μοναδικό ουσιαστικό αντίπαλό της, δεδομένου ότι η Νέα Δημοκρατία δεν αισθάνεται να απειλείται πλέον από τον Αλέξη Τσίπρα.

Στο πλαίσιο αυτού του στρατηγικού σχεδιασμού, η άνοδος του κόμματος ΕΛΑΣ αντιμετωπίζεται με μια διαφορετική οπτική. Η ενίσχυση των ποσοστών του συγκεκριμένου σχηματισμού θεωρείται ότι μπορεί να εργαλειοποιηθεί από την κυβέρνηση, λειτουργώντας ως μέσο για την επανασυσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας και τον εγκλωβισμό των δεξιών ψηφοφόρων μπροστά στο δίλημμα της κυβερνητικής σταθερότητας.

Διαβάστε ακόμη: