Η κρίση στις σχέσεις Ευρώπης – Αμερικής που προκαλεί η απαίτηση Τραμπ για την εκχώρηση της Γροιλανδίας, ανησυχεί ιδιαίτερα τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Στο Μαξίμου έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι όταν πλακώνονται οι ελέφαντες την πληρώνουν τα βατράχια και γι’ αυτό αναζητούν μια στρατηγική η οποία να ισορροπεί τόσο στις υποχρεώσεις που έχει η χώρα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στη διασφάλιση των προνομιακών συμφωνιών που υπέγραψε με τις ΗΠΑ στον κρίσιμο τομέα της ενέργειας.

Η Ελλάδα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί με τις ακραίες θέσεις του Εμανουέλ Μακρόν με δεδομένο ότι οι Αμερικανοί είναι αυτοί που έχουν κυρίαρχο ρόλο στη Μεσόγειο. Το ενδεχόμενο αναβάθμισης των σχέσεων Αμερικής – Τουρκίας μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες παρενέργειες, θέτοντας σε κίνδυνο τα εθνικά μας θέματα.

Βέβαια η απουσία της Ελλάδας από το περιβόητο Συμβούλιο Ειρήνης που πρόκειται να συγκροτήσει ο Ντόναλντ Τραμπ δίνει το πλεονέκτημα στην Τουρκία. Το γεγονός ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μεταβάλλεται σε μεγάλο παίκτη περιφερειακής δύναμης στην περιοχή, δεν είναι θετικό για τη χώρα μας.

Αλλά η Ελλάδα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συμμετέχει σε ένα όργανο όπως το Συμβούλιο Ειρήνης, που απορρίπτουν Γερμανοί, Γάλλοι και οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εξίσωση με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή δυσκολεύει, με τη χώρα μας να είναι εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις παρενέργειες αυτής της κατάστασης και γι’ αυτό ο πρωθυπουργός δικαιολογημένα ανησυχεί και επιχειρεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί για να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και με τον απρόβλεπτο Τραμπ.

Οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής είναι καθοριστικές για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα μας καλείται να αναζητήσει στρατηγική επιβίωσης μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και γεωπολιτικών κινδύνων. Το γεγονός αυτό καθιστά επιτακτική ανάγκη την πολιτική και οικονομική σταθερότητα.

Διαβάστε ακόμη: