Ένα κύμα ρευστοποιήσεων προς αποκόμιση κερδών επηρέασε τη Wall Street στη συνεδρίαση της Πέμπτης, την ώρα που οι επενδυτές παρακολουθούν τις διπλωματικές διεργασίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Πάντως, η διαφαινόμενη αποκλιμάκωση της πολεμικής σύρραξης στη Μέση Ανατολή έχει βελτιώσει αισθητά το κλίμα στην αμερικανική αγορά, τις τελευταίες ημέρες, με τους δείκτες να παραμένουν κοντά στα υψηλά τους.
Στο ταμπλό, αυτή την ώρα, ο Dow Jones υποχωρεί κατά 0,57% και διαπραγματεύεται στις 49.624 μονάδες, ο S&P 500 καταγράφει πτώση 0,29% στις 7.344 μονάδες και ο Nasdaq παρουσιάζει ανεπαίσθητη κάμψη 0,06% στις 25.821 μονάδες.
Ο βασικός καταλύτης της ανόδου είναι η προσδοκία για την υπογραφή ενός προσωρινού μνημονίου συνεννόησης 14 σημείων μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας μέσω του δικτύου Axios, ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι βρίσκεται πολύ κοντά σε μια συμφωνία που θα τερματίσει τις εχθροπραξίες και, το κυριότερο, θα οδηγήσει στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Η επαναλειτουργία αυτής της ζωτικής σημασίας θαλάσσιας αρτηρίας θα επέτρεπε την ομαλή ροή των παγκόσμιων ενεργειακών προμηθειών, αίροντας τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Αν και η Τεχεράνη αναμένεται να στείλει την επίσημη απάντησή της μέσω του Πακιστάν τις επόμενες ημέρες, η αγορά έχει ήδη αρχίσει να προεξοφλεί την επίτευξη εκεχειρίας. Το αργό πετρέλαιο τύπου Brent έχει υποχωρήσει σήμερα κοντά στα 97 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας μια συνολική πτώση της τάξεως του 12% μέσα σε μόλις τρεις συνεδριάσεις.
Η επενδυτική ευφορία τροφοδοτείται όχι μόνο από τη γεωπολιτική αποφόρτιση αλλά και από την ανθεκτική κερδοφορία των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, παρά το γενικότερο θετικό κλίμα, η αγορά παρουσιάζει σημάδια επιλεκτικότητας. Η μετοχή της Arm Holdings σημειώνει βουτιά άνω του 7%, καθώς οι ανησυχίες για την εφοδιαστική αλυσίδα των νέων AI μικροτσίπ επισκίασαν τις θετικές προβλέψεις για τα έσοδά της. Η περίπτωση της Arm υπενθυμίζει στους επενδυτές ότι, παρά το ράλι, τα ζητήματα προσφοράς παραμένουν «αγκάθι» για τον τεχνολογικό κλάδο.
Τα σημερινά στοιχεία προσέφεραν μεικτές ενδείξεις για την υγεία της αμερικανικής οικονομίας. Οι νέες αιτήσεις για επιδόματα ανεργίας αυξήθηκαν κατά 10.000, φτάνοντας τις 200.000, παραμένοντας όμως χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών (206.000). Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η αγορά εργασίας παραμένει «σφιχτή», με τις απολύσεις να διατηρούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Επιπλέον, η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 0,8% το πρώτο τρίμηνο, υπολειπόμενη της πρόβλεψης για 1,1%. Ωστόσο, το μοναδιαίο εργασιακό κόστος ενισχύθηκε κατά 2,3%, ρυθμός που αν και υψηλότερος από το αναμενόμενο, δεν θεωρείται προς το παρόν ικανός να ανατρέψει τη γενικότερη τάση περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων.
Η υποχώρηση των ενεργειακών τιμών θεωρείται πλέον από πολλούς αναλυτές ως πιο κρίσιμος παράγοντας για τη νομισματική πολιτική απ’ ό,τι η ίδια η αγορά εργασίας. Η πτώση του πετρελαίου κάτω από τα 100 δολάρια αφαιρεί ένα σημαντικό βάρος, δίνοντας δυνητικά τη δυνατότητα στη Federal Reserve να επανεξετάσει τη στάση της. Προς το παρόν, πάντως, οι αγορές «στοιχηματίζουν» ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια μέχρι το τέλος του έτους, μια σημαντική μετατόπιση από τις προσδοκίες για μειώσεις που κυριαρχούσαν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην αυριανή κρίσιμη έκθεση για τις θέσεις εργασίας (nonfarm payrolls) του Απριλίου. Οι οικονομολόγοι αναμένουν ήπια αύξηση κατά 62.000 θέσεις, μετά την ισχυρή άνοδο του Μαρτίου.

