O αντίκτυπος στα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας από μία αύξηση των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται θα είναι περιορισμένος, σύμφωνα με έκθεση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P.

Στην έκθεσή του, με τίτλο «Ποιες χώρες είναι καλύτερα και χειρότερα τοποθετημένες να αντιμετωπίσουν μία αύξηση των επιτοκίων», ο οίκος διαπιστώνει ότι η Ελλάδα, όπως και η πλειονότητα από τις 18 αναπτυγμένες οικονομίες που εξετάζει, θα μπορέσει να απορροφήσει τον πρωτογενή αντίκτυπο μίας αύξησης των επιτοκίων έως και κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες (300 μονάδες βάσης).

Συγκεκριμένα, η δαπάνη της Ελλάδας για τόκους θα αυξανόταν το 2023 από το 2,5% του ΑΕΠ, που είναι το βασικό σενάριο του S&P, στο 2,8% σε περίπτωση αύξησης του κόστους δανεισμού κατά μία ποσοστιαία μονάδα (100 μ.β.) και στο 3,1% σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.


Μόνο τρεις χώρες θα έβλεπαν τη δαπάνη τους για τόκους να αυξάνεται

Από τις 18 αναπτυγμένες χώρες, μόνο τρεις θα έβλεπαν τη δαπάνη τους για τόκους να αυξάνεται περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ το 2023 σε σχέση με το βασικό σενάριο, η Ιαπωνία, οι ΗΠΑ και η Πορτογαλία, ενώ το ίδιο έτος μόνον η Ιταλία και η Ιαπωνία θα πλήρωναν πάνω από το 3,7% του ΑΕΠ για τόκους, λόγω του υψηλού επιπέδου του χρέους τους.

Το συμπέρασμα του οίκου είναι ότι το άμεσο δημοσιονομικό κόστος από μία αύξηση των επιτοκίων είναι -με λίγες εξαιρέσεις- διαχειρίσιμο για τις χώρες. Σημειώνει, ωστόσο, ότι δεν λαμβάνει υπόψη τον δευτερογενή αντίκτυπο από την αύξηση των επιτοκίων στην ανάπτυξη και «αυτό είναι εκεί που οι αυξήσεις των επιτοκίων θα άρχιζαν να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά. Σε ένα περιβάλλον ασθενέστερης επίδοσης του ΑΕΠ, λόγω στασιμότητας της παραγωγικότητας, η προσαρμογή πολύ υψηλών δημόσιων ελλειμμάτων θα ήταν πολύ δύσκολη για τις χώρες και τις αξιολογήσεις μας, τόσο από οικονομικής όσο και από πολιτικής άποψης».

Ο S&P προχώρησε στην ανάλυση αυτή λόγω των ανησυχιών για αύξηση του πληθωρισμού, που θα ενίσχυε τον κίνδυνο στο τέλος της φετινής χρονιάς ή στις αρχές του 2022 να αυξήσουν οι κεντρικές τράπεζες τα επιτόκιά τους περισσότερο από ό,τι θα χρειαζόταν, αν είχαν συσφίξει νωρίτερα την πολιτική τους.